Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014,

Ιστορικά

Η Λάρισα κατά την Επανάσταση

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011, 23:16

Η Λάρισα ως γενικό στρατηγείο των Οθωμανών: Μετά το θάνατο του Αλή πασά, και την κήρυξη της ελληνικής Επανάστασης, όλες οι διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών συγκεντρώθηκαν στη Λάρισα και τους γύρω οικισμούς. Μέχρι το τέλος του 1821 πασάδες απεσταλμένοι από την υψηλή Πύλη έφτασαν στη Λάρισα με τη διαταγή να συγκεντρώσουν τουλάχιστον 20.000 άνδρες για την καταστολή της ελληνικής Επανάστασης. Οι πασάδες αυτοί ήταν ο Βεράμ, ο Μεχίμ, ο Αλή Σχουδίν και ο Χατζη-Μπεκίρ (1). Την άνοιξη του επομένου έτους είχαν συγκεντρωθεί γύρω από τη Λάρισα ισχυρή δύναμη 24.000 ανδρών και 6.000 ιππέων. Γενικός συντονιστής του τμήματος αυτού είχε οριστεί ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης, ενώ ο προκάτοχός του Χουρσίτ, που είχε πέσει σε δυσμένεια το προηγούμενο διάστημα, είχε αποτραβηχθεί και δεν συμμετείχε στις προετοιμασίες. Όμως, όπως ίσως γνωρίζουμε, η στρατιά αυτή του Δράμαλη συνετρίβη από τους Κολοκοτρώνη και Νικηταρά, που ήταν επικεφαλής μιας μικρής δύναμης 2.500 ανδρών, στα Δερβενάκια, την 26η/7/1822. Έτσι ο Δράμαλης έπεσε σε μελαγχολία που, κατά πολλούς, τον οδήγησε στο θάνατο, την 27η Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς. Η ήττα όμως των Τούρκων στην Πελοπόννησο έφερε τον Χουρσίτ σε ακόμα χειρότερη θέση διότι κατηγορήθηκε ότι δεν συνέδραμε την προσπάθεια του Δράμαλη. Αυτή η τελευταία κατηγορία συνοδευόταν και από την υποψία ότι ο ίδιος είχε καταχραστεί θησαυρούς του Αλή πασά τον οδήγησαν στην οριστική δυσμένεια του σουλτάνου Μαχμούτ. Μόλις πληροφορήθηκε από ανθρώπους του ότι η Πύλη σχεδίαζε την καταδίκη του σε θάνατο, αυτοκτόνησε προλαμβάνοντας τις εξελίξεις.
Ο τάφος του, η μάλλον η επιτύμβια στήλη του, σωζόταν μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα στην περιοχή του Πέρα Μαχαλά. Όμως την τιμωρία που απέφυγε όσο ήταν εν ζωή, δεν την απέφυγε... μετά θάνατον. Λίγες μέρες μετά την αυτοκτονία του ήρθαν στη Λάρισα ζαπτιέδες (2) από την Πόλη, έχοντας στα χέρια τους σουλτανικό φιρμάνι, και ξέθαψαν το πτώμα του Χουρσίτ και αφού έκοψαν το κεφάλι το τοποθέτησαν σε ασημένια λεκάνη και το παρέδωσαν στον Οθωμανό σουλτάνο. Υπάρχει και η άλλη όμως άποψη, που δεν ομιλεί περί αυτοκτονίας του Χουρσίτ. Σύμφωνα μ' αυτή ο Χουρσίτ εκτελέστηκε δι' αποκεφαλισμού, κοντά στην όχθη του Πηνειού, στη θέση Κινάμ Βέη, μετά από φιρμάνι που προσκόμισαν απεσταλμένοι του σουλτάνου. Πάντως η μνήμη του Χουρσίτ έμενε για χρόνια ζωγραφισμένη με μελανά χρώματα στο νου των χριστιανών της Λάρισας, οι οποίοι με φρίκη θυμούνταν τα κατορθώματά του στη θεσσαλική πόλη. Δεν περνούσε άλλωστε ούτε μια μέρα χωρίς να θανατωθεί κάποιος Έλληνας, είτε με αγχόνη είτε με το φρικτότερο τσιγκέλι (3). Αξίζει να αναφέρουμε ότι ενόψει της αυτονόμου Ελλάδας του 1828 οι Οθωμανοί οχύρωσαν ακόμα περισσότερο τη Λάρισα σκάβοντας βαθύτερη τάφρο περιμετρικά της πόλης (εκεί που σήμερα η οδός Πολυτεχνείου). Τα έργα αυτά αποπερατώθηκαν το 1829 και έγιναν κυρίως με εργασία – αγγαρεία των χριστιανών της πόλης.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Μητροπολίτη Λαρίσης Πολυκάρπου Δαρδαίου: Στις 28 Μαρτίου του 1811 ο Πολύκαρπος Δαρδαίος, ο ιεράρχης που καταγόταν από τη Δάρδα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετήθηκε μητροπολίτης Λάρισας. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους εγκαταστάθηκε στη Λάρισα. Όταν διορίστηκε ο Βελής, ο γιος του Αλή, διοικητής στη Θεσσαλία, ο Πολύκαρπος ανέπτυξε μαζί του φιλικές σχέσεις. Όμως ένα επεισόδιο που συνέβη μεταξύ του μητροπολίτη και του Αλή δημιούργησε μια έχθρα μεταξύ τους. Όταν λοιπόν ο γραμματικός του Βελή έστειλε ένα έγγραφο με το οποίο ήθελε να ανακατευθεί στα εκκλησιαστικά πράγματα, ο Πολύκαρπος το έσκισε. Τότε ο Βελής διέταξε τη φυλάκιση του μητροπολίτη, αλλά λίγες ημέρες αργότερα, μετά από επέμβαση του Βηλαρά, που ήταν γιατρός του πασά, απελευθερώθηκε. Ένα δεύτερο επεισόδιο συνέβη όταν ο Βελής απαίτησε τη χειροτονία στην επισκοπή Σταγών ενός μοναχού Ανθίμου, που ήταν αδελφός μιας χανούμισσάς του. Ο Πολύκαρπος αρνήθηκε με πείσμα αλλά, μετά από απειλές του Βελή, τον χειροτόνησε, φωνάζοντας όμως την πιο επίσημη στιγμή της χειροτονίας «ανάξιος». Μαθαίνοντας όλα αυτά ο Αλής διέταξε τη σύλληψή του. Ο μητροπολίτης κατάφερε τελικά να διαφύγει στο Βόλο κι από εκεί με πλοίο στην Κων/λη (Ιανουάριος 1818). Μετά την άφιξη στη Λάρισα του Δράμαλη και τη δυσμένεια που είχαν περιπέσει ο Αλής και οι γιοι του, ο Πολύκαρπος επέστρεψε στη Λάρισα. Μια από τις πρώτες συναντήσεις που είχε ο μητροπολίτης ήταν αυτή με τους αρματολούς Στουρνάρα, Λαζόπουλο, Ζαχείλα, Δράκο και Σουλιώτη. Στη σύσκεψη αυτή ο Πολύκαρπος συνέστησε τους καπεταναίους να συμβάλλουν στην εκστρατεία που σχεδίαζαν οι Οθωμανοί κατά του Αλή. Ο Δράμαλης, φοβούμενος πιθανή στάση των χριστιανών της Λάρισας και των περιχώρων, φοβόταν τον Πολύκαρπο. Έτσι εγκατέστησε μόνιμη φρουρά από τρεις στρατιώτες του μπροστά από την έδρα του. Στις 20 Ιουλίου του 1821 ο Δράμαλης διέταξε να συλλάβουν τον μητροπολίτη, ενεργώντας στα πλαίσια των γενικότερων διώξεων κατά της ορθοδόξου ιεραρχίας της περιόδου εκείνης. Ο Πολύκαρπος φυλακίστηκε στα υπόγεια του Διοικητηρίου της πόλης, όπου δέχτηκε την επίσκεψη του Στουρνάρη. Όταν εκείνος προσφέρθηκε να τον φυγαδεύσει εκείνος αρνήθηκε. Ο Μαχμούτ πασάς Δράμαλης μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις αποφάσισε να τον θανατώσει. Έτσι την 17η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους έστειλε κάποιον Οσμάν να πάρει τον ηρωικό μητροπολίτη από τη φυλακή του για να τον μεταφέρει δήθεν σε άλλη. Όταν πέρασε υπό συνοδεία μπροστά από τον Δράμαλη, του μίλησε αυστηρά με ηρωισμό και παρρησία. Τότε όρμησαν εναντίον του πέντε φύλακες και τον οδήγησαν στην όχθη του Πηνειού. Ένας Έλληνας λευκαντζής, που έπλενε εκεί κοντά ρουχισμό υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας. Ας δούμε τη μαρτυρία του: « Ο δεσπότης απευθύνθηκε προς τους καφάσηδες και τους λέει: «Δεν είναι ανάγκη να με δέσετε καθότι εγώ ξέρω δε γλιτώνω». Έπειτα έβγαλε το φόρεμά του και τους το έδωσε. Τους έδωσε και το μικρό πουγκί του, κάτι δε έριξε μέσα στο ποτάμι. Έπειτα τους είπε: «Ησυχάστε να κάνω τον ντουβά μου (προσευχή)». Και έτσι σηκώνει τας χείρας του άνω, προσεύχεται, ευλογεί από τα τέσσερα μέρη τους χριστιανούς. Έπειτα γονατίζει και τους λέει: «Βούρουνους (χτυπάτε)»! Του τραβούν μία με την μάχαιραν, δεν τον κόπτουν, τραβούν και δευτέραν, ομοίως. Αυτός εν μέσω των αιμάτων τους λέγει: «Χτυπάτε βρε σκυλιά»! Κι έτσι με το τρίτον τον απέκοψαν. Πιάνοντας δε την κεφαλήν από τα γένια την επέταξαν εις τη μέσην του ποταμού, το δε σώμα του, το οποίον είχε μείνει με το υποκάμισον, το έσπρωξαν εις την άκρην του ποταμού και ήρχισε να επιπλέει.(4) « Ο Δράμαλης εν συνεχεία δέχτηκε μετά από παράκληση του Μολά (ιεροδικαστή) της Λάρισας να επιτρέψει στους χριστιανούς της πόλης να τον θάψουν. Αμέσως λοιπόν οι πιστοί βρήκαν στο ποτάμι το σώμα του Εθνομάρτυρα και μετά από λίγη προσπάθεια και το κεφάλι του. Όμως αυτό το τελευταίο το άρπαξαν δυο Οθωμανοί, άνθρωποι του Δράμαλη, οι οποίοι αφού το ... έγδαραν, παρέδωσαν το μεν γδαρμένο λείψανο του κρανίου στους Λαρισαίους χριστιανούς, ενώ έπειτα παραγέμισαν το δέρμα του κεφαλιού του μητροπολίτη με βαμβάκι και το έδωσαν εν είδει λαφύρου στο βάρβαρο Δράμαλη, ο οποίος το έστειλε, φανταζόμαστε όλο χαρά και περηφάνια για το σπουδαίο έργο του, στον βασιλιά των αιμοβόρων αρπακτικών, το σουλτάνο δηλαδή. Στις 5 η ώρα το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε με τιμές η κηδεία του ηρωικού ιεράρχη, προεξάρχοντος του τοποτηρητή της Μητροπόλεως Λαρίσης, επισκόπου Θαυμακού Κυρίλλου. Το σώμα του Πολυκάρπου ετάφη με όλες τις προσήκουσες τιμές έξω από το ιερό βήμα του Ναού του Αγίου Αχιλλίου.
(1). Επ. Φαρμακίδης, Η Λάρισα, σ. 209.
(2). Χωροφύλακες – αστυνομικοί.
(3). Οι δύστυχοι καταδικασμένοι σηκώνονταν με ειδική ανυψωτική μηχανή και εν συνεχεία αφήνονταν να πέσουν πάνω σε αιχμηρό μεγάλο τσιγκέλι, βρίσκοντας φρικτό, βασανιστικό και αργό θάνατο. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο διαβόητος Αλής ήταν ο κύριος εφαρμοστής αυτής της θανατικής ποινής. Μάλιστα η παραλία του Αλμυρού ήταν ένας τέτοιος τόπος θανάτωσης, γι΄αυτό και η ονομασία της περιοχής Τσιγκέλι.
(4). Β. Βουτσιλάς, Μ. Αβραμόπουλος, Λάρισα, Αύγουστος 1962, σ. 48,49.
* Ο Κων/νος Α. Οικονόμου είναι δάσκαλος - συγγραφέα

© Copyright 1996 - 2014

ITBox - Internet Services