ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Όταν «σιγούν» οι ποιητές…

Δημοσίευση: 23 Ιουλ 2018 15:35

Ο ποιητής και πεζογράφος Μάνος Ελευθερίου απεβίωσε χθες, σε ηλικία 80 ετών, έπειτα από μια σχετικά σύντομη ασθένεια.

Η απώλειά του είναι οπωσδήποτε σημαντική, αν και πολύ τραγικότερο μπορείς να πεις το γεγονός ότι την ίδια πάνω-κάτω ώρα, στη Ζάκυνθο, πέθαινε ένας 31χρονος ηλεκτρολόγος που κλήθηκε να επισκευάσει βραδιάτικα μια βλάβη σε κέντρο διασκέδασης.

Ακολούθησαν τα γνωστά. Η είδηση για τον ηλεκτρολόγο «έπαιξε» καναδυό ώρες, μετά «κατέβηκε». Αντιθέτως, ο θάνατος του Ελευθερίου ξεκίνησε σχετικά «χαμηλά» και όλο και ανέβαινε, καθώς οι λουόμενοι επέστρεφαν σπίτι και «έμπαιναν» στο F/B.

Είναι βέβαιο ότι πάρα πολλοί Έλληνες –και ειδικά οι νεότεροι- αγνοούσαν μέχρι χθες τον Ελευθερίου. Είναι η μοίρα των ποιητών, και ειδικότερα η μοίρα των στιχουργών. Τουλάχιστον δύο γενιές Ελλήνων έχουν τραγουδήσει τους στίχους του Ελευθερίου. Καθημερινά, σε ταβέρνες, σε συναυλίες, σε καλοκαιρινές παρέες με κιθάρες δίπλα στη θάλασσα, σε γιορτές και πανηγύρια, σε απεργιακές συγκεντρώσεις εργατών, η Ελλάδα έζησε μ’ αυτά τα ακούσματα. «Άλλος για Χίο τράβηξε», «Το παλληκάρι έχει καημό», «Ο Άγιος Φεβρουάριος», «Παραπονεμένα λόγια», «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» σε ποιο να πρωτοσταθείς... Πάνω από τετρακόσιες υπολογίζονται οι επιτυχίες του. Ακόμη και το... εμβληματικό «Ο Χάρος βγήκε παγανιά» δικό του δημιούργημα ήταν.

Ξέρουμε τα τραγούδια, ξέρουμε τους τραγουδιστές, ποτέ δεν μας ένοιαξε όμως να μάθουμε τον άνθρωπο πίσω από τα λόγια. Η μοίρα των «άδοξων ποιητών» για την οποία έγραψε ένας Καρυωτάκης... Και μπορεί ο Ελευθερίου να έπεσε σε σχετικά καλύτερες εποχές και να ευτύχησε κάπως να γίνει γνωστός, ωστόσο υπάρχουν άλλοι που έγραψαν αριστουργήματα αλλά έπεσαν στη λήθη των αιώνων. Κάτι σαν τον ηλεκτρολόγο της Ζακύνθου. Είχαν έναν «θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ» -κατά πώς λέει ο Καββαδίας.

Παρά το γεγονός ότι δεν έτυχαν αναγνώρισης, όλοι αυτοί οι στιχουργοί σαν τον Μάνο Ελευθερίου, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Νίκο Γκάτσο τον Μάνο Λοΐζο κ.ά., που κλήθηκαν να διαχειριστούν ποιητικά τη μεταπολεμική Ελλάδα, ήταν υπό μιαν έννοια και τυχεροί. Γιατί είχαν μπροστά τους μια πρώτης τάξεως «ποιητική ύλη» που περίμενε να δουλευτεί και έδινε σπουδαίες εμπνεύσεις. Κλήθηκαν να γράψουν για μια Ελλάδα που είχε τη φτώχεια, τα πάθη και τους καημούς που άφησε πίσω του ο μεγάλος πόλεμος. Έπρεπε να εκφράσουν έναν λαό που μαστιζόταν από ξενιτιά, ανεργία, πολιτικές διώξεις και με ένα Κράτος- εχθρό για τους ηττημένους του εμφυλίου. «Ευτύχησαν» να γράψουν για την Ελλάδα των φτωχών μεροκαματιάρηδων με τα αγνά αισθήματα, που ζούσαν απλά, καθημερινά, δούλευαν, μοχθούσαν, έπιναν το ουζάκι τους, ερωτεύονταν κρυφά στις γειτονιές και που δεν έχαναν – παρά τις δυσκολίες της ζωής- το κουράγιο, την ελπίδα τους, την προσμονή τους για το αύριο που θα ήταν οπωσδήποτε καλύτερο.

Ταυτόχρονα, σε παγκόσμιο επίπεδο, ζούσαν σε μια εποχή όπου οι ιδεολογίες κρατούσαν ακόμη και τροφοδοτούσαν την τέχνη με άφθονο υλικό. Οι ιδέες της Αριστεράς, του σοσιαλισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας των ανθρώπων, της ελευθερίας των λαών ήταν ζωντανές και ενέπνεαν. Οι εποχές εκείνες παρήγαγαν σύμβολα. Ο Τσε συμβόλιζε την αέναη επανάσταση, ο Γκάντι, την «μη βία», ο Μαντέλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Λένιν την ουτοπία (όπως αποδείχτηκε) του κομμουνισμού. Ποιητές, συγγραφείς, μεγάλοι μουσικοί, ροκ συγκροτήματα είχαν για τι να γράψουν, είχαν με τι να εμπνευστούν.

Τι να γράψουν και από πού να αντλήσουν ιδέες για ποιήματα, πεζά, για μουσική, ζωγραφική οι σημερινοί δημιουργοί; Από το... ΔΝΤ, τους Οίκους Αξιολόγησης και τα διεθνή τραστ που έχουν στραγγαλίσει λαούς και λαούς; Από ηγέτες σαν τον Τραμπ και τον Πούτιν που επανέφεραν στην παγκόσμια σκηνή τον πολιτικό κυνισμό; Από «ηγέτες» σαν τη Μέρκελ που ελέγχουν μέχρι και το τελευταίο σεντς του ελληνικού προϋπολογισμού; Ή μήπως από την κινεζοποίηση του πλανήτη, που «μόλυνε» σαν επιδημία τα πάντα και έχει επιβάλει παγκοσμίως παντού την ίδια αισθητική σε όλα τα επίπεδα, από τα ρούχα που φοράμε μέχρι τον τρόπο που σκεπτόμαστε;

Πολλές φορές αναρωτιόμαστε όλοι γιατί δεν γράφονται πια καλά τραγούδια. Γιατί τα τραγούδια είναι διάρκειας μίας σεζόν το πολύ κι έπειτα πέφτουν στην αφάνεια (Αλήθεια, το περυσινό σουξεδάκι «Ξημερώματα δίνεις δικαιώματα» που χόρευε η Ελλάς ως τα ξημερώματα πού χάθηκε;).

Την απάντηση την ξέρουμε όλοι. Αλλάξανε οι συνθήκες. Ο λαός δεν έχει πια τη λεκτική παιδεία να καταλάβει και να τραγουδήσει ποιητές σαν τον Ελευθερίου, και τα εύκολα «πιασιάρικα» κλισεδάκια που του σερβίρουν οι σημερινοί στιχουργοί είναι πιο εύπεπτα. Το παν είναι να ανέβουν οι καταναλωτές στα τραπέζια και να χορέψουν. Να ξενυχτήσουν, να πιουν, να καταναλώσουν, να γίνει τζίρος. Η εποχή είναι γρήγορη, ανελέητα ανταγωνιστική και δεν σηκώνει πολυτέλειες όπως ήταν ο Ελευθερίου και οι ομότεχνοί του τις προηγούμενες δεκαετίες.

Παρ’ όλα αυτά τα τραγούδια των μεγάλων στιχουργών εξακολουθούμε να τα τραγουδάμε και θα συνεχίσουν να ακούγονται για αρκετές γενιές ακόμη. Δεν είναι από νοσταλγία για τη νιότη μας. Είναι πως έχουν περάσει πια στην σφαίρα του κλασικού, στην ίδια κατηγορία με τα δημοτικά τραγούδια που, ακόμη και τα νέα παιδιά, σε πρώτη ευκαιρία θα σηκωθούν να τα χορέψουν. Είναι που τα τραγούδια αυτά προδιέγραψαν μια ελληνικότητα, μια ταυτότητα αμιγώς ελληνική που πάντα θα έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε και να επιβεβαιώνουμε μέσα μας. Καλό του ταξίδι...

 

ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΕΣΗΣ

alexiskalessis@yahoo.gr

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

FASHION OUTLET
EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea
ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1