Το κλάμα της γοργόνας

Διήγημα

Δημοσίευση: 04 Αυγ 2018 15:14

Ο φαροφύλακας τράβηξε τα δίχτυα στη βραχώδη ακτή, όπως έκανε κάθε σούρουπο τριάντα χρόνια τώρα. Σήμερα ήταν ασυνήθιστα βαριά. Έδεσε πρώτα τη μικρή του βάρκα στο μοναδικό κάδο της στερνής πέτρινης προκυμαίας και ύστερα πάσχισε ν' ανασύρει τα δίχτυα.

Ξανοιγόταν με το χάραμα στ' ανοιχτά να ρίξει τα δίχτυα και ύστερα με το ηλιόγερμα τα μάζευε. Μια μονότονη ταχτική συνήθεια που του εξασφάλιζε φρέσκο ψάρι για το τηγάνι του. Και τι άλλο να 'κανε... Μόνος του σ' αυτό το βράχο μια ολόκληρη ζωή. Ο χρόνος είχε ρίξει βαριά την άγκυρά του σ' αυτό το θαλασσοδερμένο ξεροτόπι. Όμως δεν παραπονιόταν. Το είχε διαλέξει. Κι εξάλλου, μόνο τρία χρόνια έμεναν να βγει στη σύνταξη. Να ξαναγυρίσει στο αγαπημένο του ψαροχώρι στον Αγιόκαμπο, στους στεργιανούς, στον πολιτισμό, στη ζωή του, που είχε γλιστρήσει μέσα από τα χέρια του. Έτσι απόψε θα έτρωγε τα ψάρια, θα άναβε τον φάρο, θα έπινε από το τσίπουρο που κόντευε να τελειώσει και θα κοιμόταν. Ανέβασε με κόπο τα δίχτυα. Η θάλασσα άρχισε να βρυχάται. Τα σύννεφα είχαν κρύψει το φεγγάρι και ρουφούσαν αχόρταγα το λιγοστό φως της ημέρας που χανόταν πια. Θα ήταν δύσκολη νύχτα. Μέσα στα λιγοστά ψάρια, τυλιγμένο στα φύκια σάλευε ένα κήτος. Προσπάθησε να δει καλύτερα με το φανάρι του. Καθάρισε τα δίχτυα και τα φύκια, δεν ήταν κήτος, ήταν... Πισωπάτησε τρομαγμένος, σταυροκοπήθηκε. Το κορίτσι είχε μακριά μαλλιά που κάλυπταν το γυμνό της στήθος. Αλλά εκεί σταματούσε κάθε άλλη ομοιότητα με άνθρωπο. Από τη μέση και κάτω μια ουρά ψαριού γεμάτη λέπια που ασημογιάλιζαν στο φως του φαναριού, χτυπιόταν στα βράχια προσπαθώντας να ελευθερωθεί. Την πήρε αγκαλιά και τράβηξε για το υπόγειο του φάρου. Την απόθεσε στο πάτωμα αμήχανος για το τι έπρεπε να κάνει. Έψαξε για μια κουβέρτα να τη σκεπάσει, όταν η γοργόνα άρχισε να κλαίει. Δεν ήταν κιόλας σίγουρος. Αλλά του φάνηκε για κλάμα. Ένας μακρύς συριστικός ήχος μέσα από τα δόντια της που έμοιαζε με το κάλεσμα της φώκιας, μόνο πιο δυνατό, πιο σπαραχτικό. Έπιασε τα χέρια της, ήταν παγωμένα. Σαν χέρια νεκρού. Άρχισε να τα τρίβει για να την ζεστάνει. Τα μάτια της κατάμαυρα σαν το σβησμένο κάρβουνο κοιτούσαν απλανή τη νύχτα της θάλασσας που άφριζε λίγα μέτρα έξω από την ανοιχτή ξύλινη πόρτα. Το δέρμα της χλωμό σαν κέρινο και το κλάμα της διαπερνούσε τα αυτιά του και δεν έλεγε να σταματήσει. Έριξε κούτσουρα στο τζάκι κι άναψε μεγάλη φωτιά να τη ζεστάνει. Έξω η νύχτα σκέπασε τα πάντα. Η θύελλα που ερχόταν από νωρίς είχε ξεσπάσει. Τα αγριεμένα κύματα τσάκιζαν στα βράχια την ορμή τους. Ο άνεμος ούρλιαζε απειλητικός. Αλλά τίποτε δεν σκέπασε το κλάμα της γοργόνας. Ένα κλάμα που τον παρέλυε. Του έκοβε τα πόδια. Πότε βούλωνε τα αυτιά του, πότε προσευχόταν σιωπηλά στην Παναγία να τον φωτίσει, να τον προστατεύσει και πότε προσπαθούσε να την προστατεύσει, και πότε προσπαθούσε να τη ζεστάνει τυλίγοντάς την ασφυκτικά με την κουβέρτα, απωθώντας να την κάνει να σωπάσει. Το κλάμα της σταμάτησε ξαφνικά για μια στιγμή που του φάνηκε αιώνια. Γιατί αμέσως μετά ξέσπασε η κόλαση, ένας εκκωφαντικός ήχος από ξύλα που συντρίβονταν στα βράχια από κατάρτια που τσακίζονταν πάνω στις μυτερές άκρες και από ανθρώπινες κραυγές πόνου. Ο φαροφύλακας τινάχτηκε όρθιος, αλλόφρων, ένα κουβάρι σκέψεις συνωστίζονταν στο μυαλό του ποια θα πρωτοβγεί. Πετάχτηκε η πρώτη, η πιο οδυνηρή. Είχε ξεχάσει τον φάρο. Δεν είχε ανάψει τον φάρο. Για μία και μοναδική φορά στο βραχονήσι, πέντε ναυτικά μίλια έξω από τη Σκιάθο. Ξεχύθηκε στα βράχια να περισώσει ό,τι μπορούσε. Το καράβι της γραμμής Βόλου - Σκιάθου είχε παρασυρθεί από την καταιγίδα και την έλλειψη της καθοδήγησης του φάρου και είχε τσακιστεί στα βράχια. Ο φαροφύλακας - κλαίγοντας από απόγνωση τράβηξε έξω όσους ναυαγούς δεν είχε καταπιεί η μανιασμένη θάλασσα. Ύστερα σαν κάτι να είχε λησμονήσει, έτρεξε ξανά στο υπόγειο του φάρου. Η γοργόνα δεν ήταν εκεί. Γύρισε το φανάρι του προς τη θάλασσα. Η βροχή μαστίγωνε το πρόσωπό του και ο βοριάς πότισε τα μάτια του με αλάτι και αλμυρό νερό, αλλά σε μια αναλαμπή του φάνηκε πως την είδε... Καταδυόταν αργά στο νερό κι αμέσως η φουρτούνα κόπασε. Η θάλασσα γαλήνεψε. Δεν την ξανάδε πια. Ο φαροφύλακας δικάστηκε για αμέλεια και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακής για τις ζωές που χάθηκαν. Αλλά και όταν βγήκε, ποτέ δεν ηρέμησε. Καθόταν ανήσυχος τα βράδια στις ακτές. Μέχρι το τέλος της ζωής του ένα χειμωνιάτικο βράδυ είπε στους φίλους του: Το ακούτε το κλάμα της γοργόνας; Και μπροστά στα απορημένα βλέμματά τους ανοίχτηκε στο πέλαγος με τη μικρή του βάρκα. Και κανείς δεν ξανάκουσε γι ' αυτόν. Η άβυσσος που τον καλούσε από εκείνο το μοιραίο βράδυ του ναυαγίου τον τράβηξε στην αγκαλιά της.

* Από τον Νικόλαο Σισκόπουλο, μέλους Α' ΚΑΠΗ

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

FASHION OUTLET
EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea
ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1