ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΑΕΙ -ΤΕΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΡΕΑΣ

Μια αποσπασματική μεταρρύθμιση προς αβέβαιη κατεύθυνση

Δημοσίευση: 19 Αυγ 2018 22:20

«…Οι όροι διαμόρφωσης του νέου χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν μπορεί παρά να είναι αμιγώς ακαδημαϊκοί...» δήλωσε ο κ. υπουργός στη Λάρισα!


Δεν είναι υπερβολή να χαρακτηρισθεί ως πείραμα το σχέδιο που επιδιώκει υλοποιήσει ο κ. Γαβρόγλου, και μάλιστα επέλεξε ως πεδίο εφαρμογής τρία περιφερειακά Πανεπιστήμια και ΤΕΙ που, έτσι κι αλλιώς, διψούν για ανάπτυξη και έχουν πραγματικές ανάγκες μεταρρυθμίσεων.
Δεν είναι υπερβολή, επίσης, να αναγνωρίσουμε και το γεγονός ότι δεν έχουν διατυπωθεί τεκμηριωμένες προτάσεις μέσο-μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης από τα περισσότερα (αν όχι όλα) τα ελληνικά πανεπιστήμια, με διαχρονική ευθύνη των διοικήσεών τους. Άλλωστε οι διοικητικές δομές και διαδικασίες στα Πανεπιστήμιά μας είναι τέτοιες που, κατά κανόνα, ευνοούν την εσωστρέφεια και δεν διευκολύνουν την ανάδειξη και υλοποίηση μεσο-μακροπρόθεσμων σχεδιασμών και στόχων. Αυτό έδωσε στο Υπουργείο μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να «αλώσει» τα δύο, μέχρι τώρα, Πανεπιστήμια Ιόνιο και Ηπείρου, ενώ έπεται το Π.Θ., και να επιβάλει την πολιτική του, άλλοτε με «τάματα» για νέες θέσεις και άλλοτε με τη δύναμη της εξουσίας. Σε καμιά περίπτωση, όμως δεν έγινε αυτό με τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα των αλλαγών και κυρίως για την εκλογοθηρικού(;) χαρακτήρα επιλεκτική ανωτατοποίηση των ΤΕΙ, μέσω της οποίας καταργούνται σταδιακά τμήματα της τεχνολογικής εκπαίδευσης.
Σ’ αυτή τη μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία το Υπ. Παιδείας απεμπολεί μια ιστορική ευκαιρία να διορθώσει τις προχειρότητες του παρελθόντος, να «συμμαζέψει τη διασπορά του» σε 5 πόλεις και να δώσει μια νέα δυναμική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Αντί για μια αναδιάρθρωση προς αποδοτικότερη λειτουργία, προσθέτει ένα ασήκωτο εκπαιδευτικό φορτίο στο Π.Θ., από το οποίο θα αργήσει πολύ να ανακάμψει.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες με υψηλή βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη, ενισχύουν τις τεχνολογικές σπουδές, που αποτελούν τον πυρήνα της εκπαίδευσης του παραγωγικού τους δυναμικού στη βιομηχανία και σ’ όλους τους κλάδους της οικονομίας, και βέβαια στηρίζονται σε 3ετή προγράμματα σπουδών, στη συνέχεια των οποίων μπορεί κάποιος να εξειδικευθεί με μεταπτυχιακές σπουδές. Η ηγεσία του Υπ. Παιδείας επιμένει να αγνοεί αυτή τη θετική ευρωπαϊκή εμπειρία. Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί την Ελλάδα τόσο ώστε να υιοθετεί για όλους τους κλάδους τις ανώτατες πανεπιστημιακές σπουδές, τη στιγμή μάλιστα που έχουμε διπλάσιο αριθμό μεταπτυχιακών προγραμμάτων από τη Γερμανία; Την ίδια στιγμή, υποβιβάζεται η τεχνολογική κατάρτιση στο επίπεδο των ΙΕΚ, τα οποία, όμως, έχουν ως αποστολή να παράγουν τεχνίτες και όχι τεχνολόγους.
Στον κλάδο των Βιο-Επιστημών, για παράδειγμα, υιοθετεί την ανωτατοποίηση των σχολών νοσηλευτικής των ΤΕΙ, και μάλιστα με πολλά τμήματα ανά τη χώρα. Η ρύθμιση αυτή θα οδηγήσει σε πληθώρα αποφοίτων νοσηλευτών και νοσηλευτριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) που - εύλογα - θα διεκδικούν θέσεις στελεχών στα νοσοκομεία, αφήνοντας την πρακτική νοσηλευτική φροντίδα και την εκτέλεση του καθοριστικής σημασίας καθημερινού νοσηλευτικού έργου σε ποιους; Σε αποφοίτους των ΙΕΚ Νοσηλευτικής; Ας μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι έχουν ήδη παραχθεί χιλιάδες νοσηλευτές και νοσηλεύτριες που δεν απασχολούνται, λόγω παύσης των προσλήψεων στη διάρκεια της κρίσης.
Δεν είναι σαφές ούτε στην κοινή γνώμη ούτε στα πανεπιστήμια τι ώθησε την κυβέρνηση να δώσει αυτή την κατεύθυνση στη «μεταρρύθμιση» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Άλλοτε ακούμε για «δεσμεύσεις μνημονίων» και άλλοτε για προσαρμογή στις προτάσεις του ΟΟΣΑ. Η έκθεση ΟΟΣΑ του 2017 όπως και ο κ. υπουργός παραδέχτηκε κατά τη δημοσιοποίησή της, είναι πολύ βελτιωμένη σε σχέση με εκείνη του 2011 και πιο τεκμηριωμένη, καθώς έχει συμπεριλάβει στην ανασκόπησή της πολλές επιμέρους μελέτες ερευνητικών ομάδων από τα ελληνικά ΑΕΙ και καταδεικνύει με στοιχεία αυτά που αποτελούν κοινές διαπιστώσεις εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας. Στο κεφάλαιο 5, σελ 204-237 που αφορά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στη χώρα μας διαβάζουμε ότι:
1.»…Οι Έλληνες απόφοιτοι ΑΕΙ έχουν υψηλά ποσοστά πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση αλλά σημειώνουν χαμηλότερες επιδόσεις στον γραμματισμό, τις μαθηματικές δεξιότητες και την επίλυση προβλημάτων σε σύγκριση με τους αποφοίτους άλλων χωρών…του ΟΟΣΑ. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να επενδύσει η χώρα στις προϋποθέσεις που θα ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα, και την επίτευξη υψηλής ποιότητας και επιδόσεων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση».
Με ποιον τρόπο εξυπηρετούν οι «συνενώσεις» ΑΕΙ και ΤΕΙ τη συγκεκριμένη διαπίστωση; Με ποιο Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό (ΔΕΠ) θα εξυπηρετηθούν τα προτεινόμενα 16 νέα τμήματα στο ΠΘ ;
2. «...Ο εξαιρετικά λεπτομερής και τεχνικός χαρακτήρας της ελληνικής νομοθεσίας, μαζί με τις συχνές νομοθετικές αλλαγές, οδήγησε σε έναν εξαιρετικά σύνθετο τρόπο διακυβέρνησης και χρηματοδότησης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση… Μία πτυχή που μπορεί να τεθεί ως στόχος, αφορά στη βελτίωση της διακυβέρνησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης…., …με μία προοδευτική προσέγγιση μεγαλύτερης αυτονομίας, σύνδεσης του συστήματος χρηματοδότησης με την κυβερνητική στρατηγική για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και εξισορρόπηση της μεγαλύτερης αυτονομίας και της αύξησης της λογοδοσίας.»
Εδώ η εκ των «άνω» επιβολή της συνένωσης, καταλύει την αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων και περιορίζει την αυτονομία της. Στην πράξη, αποτελεί επέκταση του ασφυκτικού ελέγχου με το οποίο το Υπ. Παιδείας διοικεί τα ΑΕΙ περιορίζοντας συνεχώς την αυτοτέλειά τους με τις διαχρονικά αναρίθμητες παρεμβάσεις σε διαδικασίες, ακόμα και στη διατύπωση των πρακτικών εκλογής μελών ΔΕΠ, στις επιλογές ακαδημαϊκού προσωπικού, στη διαχείριση του ΕΛΚΕ, στην αποτρεπτική γραφειοκρατία διαχείρισης πόρων κ.λπ. Η λογοδοσία επί της απόδοσης έργου από τα ελληνικά δημόσια ΑΕΙ, δεν αποτελεί ζητούμενο στη χώρα μας, συχνά δε χάνεται στην έλλειψη αξιόπιστων δεδομένων.
3. «…η μεγάλη γεωγραφική διασπορά και η ασαφής διάκριση αντικειμένων έχουν επισημανθεί ως δομικά προβλήματα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα.
Η ίδρυση νέων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ έγινε συχνά με εκλογοθηρικού χαρακτήρα «θωπεία» στις τοπικές κοινωνίες, μετά από παρεμβάσεις πολιτικών στο παρελθόν, αλλά και σήμερα. Αυτή η χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό τακτική διαιωνίζει και τη διασπορά του Π.Θ. σε 5 πόλεις, που δεν διευκολύνει τις συνέργειες των επιστημονικών ομάδων, μεγαλώνει το λειτουργικό κόστος και αδυνατίζει τη δημιουργική δυναμική του ενιαίου ακαδημαϊκού χώρου. Χρειάζεται ιδιαίτερη πολιτική τόλμη, για να συγκεντρωθεί το Π.Θ. στις δύο μεγάλες πόλεις, και βέβαια δεν αναμένουμε αυτό να υλοποιηθεί καθώς ευρισκόμαστε μερικούς μήνες πριν τις εκλογές.
Σε ό,τι αφορά στα προτεινόμενα νέα τμήματα, τα περισσότερα δεν έχουν αντιστοίχιση με τις ανάγκες της κοινωνίας και της παραγωγής, έχουν απροσδιόριστο περιεχόμενο σπουδών και ακόμα πιο ασαφή σχέση με την επαγγελματική απασχόληση των αποφοίτων. Οι ανάγκες τις κοινωνίας και η εξέλιξη των επιστημών αποτελούν τη βάση για τη διαμόρφωση νέων προγραμμάτων σπουδών και αναβάθμιση των παλαιών. Στην προτεινόμενη συγχώνευση αντί γι’ αυτό πλάθονται νέοι τίτλοι τμημάτων, των οποίων η στελέχωση θα ολοκληρωθεί ίσως όταν βγούμε από τη χρεοκοπία.
Σε ό,τι αφορά στα προγράμματα σπουδών των νέων τμημάτων, οι «αρμόδιοι» να τα καταρτίσουν, θα βρεθούν σε μεγάλη δυσκολία να χαράξουν τις διαχωριστικές γραμμές τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα προϋπάρχοντα. Παραδείγματα τμημάτων με σημαντικές επικαλύψεις και ΑΣΑΦΗ οριοθέτηση είναι:
α) Γεωπονία Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος, Γεωπονία-Αγροτεχνολογία, Γεωπονία Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος, Επιστήμη Ζωικής Παραγωγής.
β) Πληροφορική με Εφαρμογές στη Βιοΐατρική, Πληροφορική και Τηλεπικοινωνίες, Ηλεκτρολόγοι Μηχανικοί και Μηχανικοί Υπολογιστών, Ψηφιακά Συστήματα.
γ) Τμήματα Μηχανολόγων Μηχανικών και Περιβάλλοντος και Ενεργειακών Τεχνολογιών.
δ) Τμήματα Γλωσσικών και Διαπολιτισμικών Σπουδών και Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων. Άλλα από αυτά με 4 έτη και άλλα με 5 έτη σπουδών πυροδοτώντας τριβές όταν έρθει ώρα να κριθούν οι ισοτιμίες. Η δε απορρόφηση των αποφοίτων τους θα οδεύει είτε προς άγνωστη κατεύθυνση, είτε ως έτοιμο για απόδοση ανθρώπινο κεφάλαιο προς άλλες χώρες, για να το εκμεταλλευτούν, χωρίς η κατάρτισή του να τους έχει κοστίσει.
4. Μια δυσάρεστη διαπίστωση του ΟΟΣΑ που επιβάλλεται να αλλάξει χωρίς καθυστερήσεις είναι «...το χαμηλό ποσοστό έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών και το σημαντικό ποσοστό διακοπής τους..». Το 2014/15 το 54% των προ-πτυχιακών φοιτητών σε τμήματα με 8 εξάμηνα σπουδών φοιτούσε ήδη στο 11ο εξάμηνο, από 37% που ήταν το 2002/03 (!!). [Στοιχεία ΙΟΒΕ και ΟΟΣΑ.]
Δηλαδή πάνω απ τους μισούς φοιτητές 4 ετών σχολών αποφοιτεί μετά τον 6ο ή 7ο χρόνο! Πέραν του ότι φαινομενικά «περιορίζει» την ανεργία των νέων, πώς αντιμετωπίζουν Υπ. Παιδείας και ΑΕΙ και ΤΕΙ αυτό το φαινόμενο, σπατάλης χρόνου, πόρων και ενέργειας των νέων μας;
5.»…τα ΤΕΙ έχουν αποτύχει να αποκτήσουν διακριτή αποστολή με επαρκή εστίαση στην αγορά εργασίας…».
Στην 15ετία 2002/03 - 2014/15 ο αριθμός των εισαγομένων στα ΑΕΙ αυξήθηκε κατά 9% ενώ για τα ΤΕΙ μειώθηκε κατά 20%. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών στο ίδιο διάστημα διπλασιάστηκε, το ίδιο και ο αριθμός των ανέργων αποφοίτων στη διάρκεια της κρίσης. Ο ρόλος των ΤΕΙ στο πλαίσιο της αρχικής τους αποστολής είναι σημαντικός και αναντικατάστατος για την ελληνική οικονομία και τον παραγωγικό ιστό της χώρας και απαιτείται να επιστρέψουν στην αρχική αποστολή παροχής υψηλών δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας. Ο αριθμός των εισακτέων στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να περιοριστεί σε αριθμό συγκρίσιμο με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, αυξάνοντας το ποσοστό εισαγωγής στα ΤΕΙ σε σχέση με τα πανεπιστήμια, με παράλληλη θέσπιση κινήτρων που θα ενισχύσουν την ακαδημαϊκή αποστολή τους, και τη σύνδεσή τους με την παραγωγή.
Η προτεινόμενη «συνένωση» κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και η εφαρμογή της θα μεγαλώσει κατά πολύ το κενό στην τεχνολογική εκπαίδευση, χωρίς να μπορεί αυτό να γεφυρωθεί από τα προγράμματα διετών σπουδών που θα παράγουν τεχνίτες και όχι τεχνολόγους.
Η ευθύνη της προηγούμενης και της νέας διοίκησης του Π.Θ. μπροστά σ’ αυτή τη θεμελιακή αλλαγή που αν υλοποιηθεί θα αλλάξει τελείως τη φυσιογνωμία του, είναι πολύ μεγάλη. Αντί να παρακάμψει την ακαδημαϊκά δόκιμη διαδικασία στρατηγικού σχεδιασμού και ανάπτυξης νέων Τμημάτων από τους κατάλληλους γι’ αυτό ειδικούς, με ενδεικτικό πρόγραμμα σπουδών, ανάγκες σε προσωπικό και υποδομές, εξοπλισμό, σκοπιμότητα, βιωσιμότητα και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, οφείλει να δει νηφάλια, με ανοικτό διάλογο και διαφάνεια, - όχι στη μέση του καλοκαιριού- την πρόκληση του Υπουργείου ως «...ευκαιρία διόρθωσης των προχειροτήτων του παρελθόντος...» όπως και ο κύριος υπουργός δήλωσε χαρακτηριστικά.
Δεν παραγνωρίζουμε τις θετικές μέχρι σήμερα παρεμβάσεις του Υπουργείου Παιδείας μεταξύ άλλων για την ενίσχυση του βάρους των σπουδών στο Λύκειο, τον περιορισμό της παραπαιδείας και για την ενίσχυση της Έρευνας με τη δημιουργία του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας Καινοτομίας και τη χρηματοδότηση που το συνοδεύει. Αντιλαμβανόμαστε επίσης ότι η ανυπαρξία ευρύτερης συναίνεσης των πολιτικών φορέων για τις μεσο-μακροπρόθεσμες προτεραιότητες που απαιτεί η Ανώτατη Εκπαίδευση έχει διαχρονικά καταστεί «εθνικό χαρακτηριστικό», ενάντια στην ανάπτυξη.
Τα παραπάνω όμως δεν μπορεί να αποτελέσουν άλλοθι για την επιλεκτική «μεταρρυθμιστική» πρωτοβουλία που προσπαθεί να επιβάλλει το Υπ. Παιδείας στη Θεσσαλία. Ευελπιστούμε ότι ο κ. Γαβρόγλου όταν δήλωσε συνέπεια από μέρους του για «...διάλογο μέχρι τελικής πτώσεως...», δεν εννοούσε τη δική μας πτώση και τον δικό του θρίαμβο, έστω και αν το «ραβδι» της εξουσίας είναι στα χέρια του.

Του Κωνσταντίνου Μαλίζου
καθηγητή Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημιου Θεσσαλίας

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

FASHION OUTLET
EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea
ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1