Ο άνθρωπος δεν κατορθώνει μέσω του πολιτισμού να υπερβεί το κτήνος

Δημοσίευση: 24 Δεκ 2017 15:50
Λωτρεαμόν: η μόνη φωτογραφία που υπάρχει και ανακαλύφθηκε το 1977 Λωτρεαμόν: η μόνη φωτογραφία που υπάρχει και ανακαλύφθηκε το 1977

Μεταφέροντας στα ελληνικά το πεζό κείμενο των Ασμάτων του Μαλντορόρ, που συνέγραψε ο νεαρός Ιζιντόρ Ντυκάς με το ψευδώνυμο Κόμης ντε Λωτρεαμόν ( 1846-1870), συνειδητοποίησα περισσότερο από ποτέ την άποψη ότι ένα βιβλίο το καταλαβαίνουμε ουσιαστικά μόνο όταν το μεταφράσουμε.

Μου το απέδειξε περίτρανα αυτή μου η εμπειρία όταν έκανα δεκτή την παραγγελία να το μεταφέρω στα ελληνικά. Μόλις οι εκδόσεις «Νεφέλη» μου το πρότειναν, εδώ και κάμποσα χρόνια, θεώρησα πως η μεταγλώττισή του θα ήταν κάτι βατό. Μια σειρά πεζών κειμένων που αφηγούνται σε συνέχειες την περιπλάνηση και τις μαύρες περιπέτειες ενός κακοποιού όντος όπως ο Μαλντορόρ, σε απλή πεζή γλώσσα, όπου το θέμα ενδιαφέρει περισσότερο απ’ το ύφος, δεν θα παρουσιάζει, σκέφτηκα, ιδιαίτερες δυσκολίες. Για να πω την αλήθεια, αυτός ήταν και ο λόγος που για τον Λωτρεαμόν δεν έτρεφα τον ίδιο θαυμασμό όπως για τον Ρεμπώ. Tον θεωρούσα μάλλον αξιοπερίεργο παρά ποιητικώς ιδιοφυή. Η φρίκη και η θηριωδία του μου φαίνονταν κάπως παρωχημένες πια, η ιστορική σημασία του εφόσον επηρέασε βαθιά τη γέννηση του υπερρεαλισμού οπωσδήποτε αδιαμφισβήτητη, με το χρόνο ωστόσο, και καθώς η λογοτεχνική έκφραση είχε απελευθερωθεί εντελώς από τις όποιες προκαταλήψεις, ένιωθα πως σα να είχε χάσει την πρωτοτυπία που διέθετε όταν αποσπάσματά του μετέφρασε πρώτος στα ελληνικά ο Οδυσσέας Ελύτης. Τον είχα διαβάσει στα γαλλικά νέος, κι από τότε είχα ρίξει μια ματιά και στις κατά καιρούς μεταφράσεις του, στις οποίες είχα παρατηρήσει κάποιες ενδιαφέρουσες διαφορές ως προς το κλίμα και το ύφος που του απέδιδαν, καθένας μεταφραστής επιμένοντας σε άλλα γνωρίσματά του, καθένας προβάλλοντας πάνω του τη δική του οπτική. Ο Ελύτης, τον παράλλαξε βλέποντάς τον σαν έναν λαϊκό μεσαιωνικό οραματιστή που μας άφησε μια «φυλλάδα» παράδοξων ιστοριών για σημεία και τέρατα, χρησιμοποιώντας επίτηδες μια ακραία δημοτική με εξπρεσιονιστικές και αφελείς πινελιές. Ο Εγγονόπουλος, τον μετέφρασε με μια ελαφρά καθαρεύουσα σαν ένα ψυχρό κείμενο που θυμίζει παλιές μεταφράσεις έργων του Ιουλίου Βερν ή τα απαγορευμένα γραπτά ενός παράξενου φαουστικού δημοδιδάσκαλου. Οι υπόλοιποι μεταφραστές δεν του απέδωσαν κανένα υφολογικό χαρακτηριστικό. Τον μετέφρασαν με ουδέτερα σύγχρονα ελληνικά ποντάροντας κυρίως στον εξωφρενισμό των ιδεών και τη φρίκη των ιστοριών του.

Με την υποψία ότι απ’ όλες αυτές τις μεταφραστικές εκδοχές η πιο σωστή ήταν η άποψη του Νίκου Εγγονόπουλου, άρχισα να τον μεταφράζω με ύφος λόγιο και με συγκρατημένη χρήση της καθαρεύουσας. Αυτό μου επέβαλε η αίσθηση της γραφής του αλλά και οι πληροφορίες που πήρα από Γάλλους ειδικούς για το γλωσσικό κλίμα που τους μεταφέρει η ανάγνωσή του. Σταδιακά όμως βρέθηκα μπροστά σε μια τεράστια έκπληξη. Το κείμενο ενώ έδινε στην πρώτη εντύπωση την αίσθηση της συνέχειας, συνειδητοποιούσα πως κάθε φράση αν κι έμοιαζε να συνεχίζει την προηγούμενη, συνιστούσε ωστόσο μια αυτόνομη ξεκομμένη μονάδα. Η σκέψη, ενώ έδειχνε να προχωρά αφηγούμενη, πολύ συχνά διαπίστωνες πως ήταν γεμάτη διαλείψεις. Ο τρόπος της παρατήρησης και της διατύπωσής της γινότανε με την πιο απροσδόκητη επιλογή εκφραστικού σχήματος όπου τα επιμέρους στοιχεία μιας ενέργειας ξαφνικά πρωταγωνιστούσαν κατευθύνοντας την ίδια την ενέργεια. Η έκφραση ήτανε ώρες-ώρες κυριολεκτικά σα να έπαιρνε αποστάσεις από τη διατύπωσή της, σα να έψαχνε τον ίδιο της τον εαυτό (Λε Κλεζιό) βιώνοντας μια απρόβλεπτη περιπέτεια όπου σε κάθε βήμα δεν ήξερε ούτε κι η ίδια τι πρόκειται στη συνέχεια να της προκύψει. Κάτι σαν ρίσκο. Κι όλα αυτά μέσα σε μια δομή συμπαγή και δομημένη σχεδόν δοκιμιακά, κρύβοντας πίσω από τα στιβαρά τείχη της τη διάλυση, τη ζούγκλα και το χάος της φύσης όταν ειδωθεί από την οπτική γωνία είτε της συμπαντικής απεραντοσύνης είτε του μικρόκοσμου της βιολογικής ρευστότητας. Ο άνθρωπος κατά τον Λωτρεαμόν δεν κατορθώνει μέσω του πολιτισμού να υπερβεί το κτήνος. Αντίθετα, το κάνει ακόμα πιο εμφανές και απαίσιο. Σε βαθμό που η φυσική αγριότητα να φαντάζει αθώα και καθαρή. Οπότε; Κι εδώ, ακριβώς το κείμενο μετεωρίζεται, δεν παίρνει θέση, ισορροπώντας ανάμεσα στον ύμνο και την ύβρη, το βέβηλο και το αγνό, την κραυγή και το άλμα «πιο γρήγορο από τη φθορά» (Ελύτης). Την παράβαση και την υπέρβαση.

          Ο Λωτρεαμόν δεν είχε ενδιαφέρουσα ζωή. Γάλλος γεννημένος στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, ορφανός από μητέρα, γιος προξενικού υπαλλήλου, ήρθε στη Γαλλία για να σπουδάσει. Έζησε σαν σκιά, έγραψε δύο ποιητικά βιβλία σε πεζό (Τα Άσματα του Μαλντορόρ, Ποιήματα Ι, ΙΙ) χαμένος κάπου στη Μονμάρτρη, τύπωσε τα Άσματα και προσπάθησε να τα διακινήσει μέσα στο άγριο Παρίσι της Κομμούνας, αλλά μετά από λίγο έφυγε από τη ζωή στα είκοσι τέσσερα του χρόνια, ένας άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Χρειάστηκε μισός αιώνας περίπου για να ανακαλυφθεί από τους υπερρεαλιστές (ο Μπρετόν αντέγραψε με το χέρι στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού ολόκληρο το κείμενο των Ποιημάτων ), και να θεωρηθεί ένας από τους κατεξοχήν προδρόμους του παγκόσμιου μοντερνιστικού κινήματος στις τέχνες, επηρεάζοντας όχι μόνο τη λογοτεχνία μα και τα εικαστικά (Μαξ Ερνστ, Νταλί, κλπ).

          Τα Άσματα του Μαλντορόρ είναι το αποτέλεσμα μιας μίμησης μυθιστορημάτων της αγγλικής μαύρης λογοτεχνίας που τότε ήταν στη μόδα. Ο νεαρός μαθητής λυκείου και σπουδαστής, φέροντας τραύματα βαθιά όπως μπορούμε να εικάσουμε από τα ίδια του τα κείμενα, υιοθέτησε αυτή τη φόρμα και αυτό το κλίμα, επηρεασμένος ίσως και από την πεζή ποίηση που μετά τον Μπωντλαίρ κέρδιζε έδαφος πριν καθιερωθεί το καθεστώς του ελευθέρου στίχου, κι άφησε όλη την εσωτερική φόρτισή του να ξεχυθεί σ’ ένα τελικώς αποτυχημένο αφήγημα, όπου ερήμην του όμως η ίδια του η αδεξιότητα «ξεκλείδωσε» ένα ασυνείδητο απίστευτης εκφραστικής τόλμης και μια γραφή αυτοματικού πειραματισμού:

Είναι ωραίος… σαν την απρόοπτη συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας !

Και δεν είναι μόνο αυτή η μεταφορική ακρότητα που τον ξεχωρίζει σαν έναν σπουδαίο καινοτόμο της ποίησης, μα και η αφηγηματική αταξία που τον κάνει επίκαιρο μέσα στη συνθήκη της μετανεωτερικής πεζογραφίας. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα τελευταία κομμάτια των Ασμάτων για να το δει, σε μια εξιστόρηση που θυμίζει θρίλερ και ιστορία μυστηρίου, διατυπωμένη έτσι ώστε ν’ απορείς για το πόσο πρώιμα συνέλαβε όλες τις μεθόδους της σύγχρονης αποδομημένης αφηγηματικής τακτικής.

Θα ήταν λάθος λοιπόν να σταθεί κανείς μόνο στη φρίκη και την πρόκληση των ιστοριών του, που φανατικά προβάλλουν το Κακό σαν αντίδοτο στην υποκρισία και το ψέμα του δήθεν Καλού που φοράει συνεχώς όπως μια μάσκα ο πολιτισμός για να συγκαλύψει πολύ χειρότερες φρικαλεότητες από εκείνες των θηρίων. Ούτως ή άλλως όλη τη λογοτεχνία του Κακού αυτό τη χαρακτηρίζει. Το ενδιαφέρον στον Λωτρεαμόν είναι άλλο: αυτή η τόσο πρωτότυπη διαρκής ματιά απέναντι στην πραγματικότητα που αποκαλύπτει το τοπίο των ανθρώπων και του κόσμου όπως δεν το έχει ξαναδεί ποτέ κανείς. Σα να την ανατέμνει μ’ ένα κοφτερό νυστέρι φανερώνοντας την κρυμμένη, περίπλοκη διαστρωμάτωσή της. Οι πιο κοινές δράσεις και εικόνες, ένας βηματισμός, μια συνηθισμένη χειρονομία, ένα βλέμμα, διατυπώνονται με την πιο απροσδόκητη έκφραση, την πιο αδιανόητη, ώστε ο ρόλος τους μέσα στην πραγματικότητα δεν είναι πια ουδέτερος και χρηστικός αλλά συγκλονιστικά μοναδικός και αποκαλυπτικός ενός άλλου κόσμου, πολύ κοντινού σε μια πάντα μελλοντική τοπιογραφία μιας ζωής που δεν θα’ ναι ζωή αλλά όνειρο δομημένο με τους κανόνες ψυχρής κατασκευής. Αυτό ακριβώς που θυμίζει ό,τι βλέπουμε γύρω μας να αναδύεται αργά στην προοπτική της εποχής μας, μέσα στο τεχνολογικό και διαστημικό μέλλον. Αυτό ακριβώς που έκανε και τον Οδυσσέα Ελύτη, μιλώντας για τον Λωτρεαμόν, να πει : «Στα Τραγούδια του Μαλντορόρ ξεκινά η μοντέρνα ζωή ολάκερη, με τη γνώση του κινδύνου και τα θέλγητρα της ελευθερίας, η μοντέρνα ζωή που κρέμεται απ’ την τρομερή αλήθεια και τη γυμνή ομορφιά όπως κρέμεται μια σταγόνα διασταυρωμένη από χρυσές αχτίδες πάνω σε βάραθρα βούρκου και νυχτιάς ακαταμέτρητα…»

* Ο Στρατής Πασχάλης είναι Έλληνας βραβευμένος ποιητής, λογοτέχνης και μεταφραστής. Γεννήθηκε στο 1958 στην Αθήνα και κατάγεται από τη Λέσβο. Σπούδασε πολιτική επιστήμη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η πρώτη ποιητική συλλογή του δημοσιεύθηκε το 1977. Στις διακρίσεις του συμπεριλαμβάνονται τα: Βραβείου Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών (1994), Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (1998), Κρατικό Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Διαβάζω για τη συλλογή Κωμωδία (1999).

 

Γράφει ο Στρατής Πασχάλης*

 

Τη σειρά επιμελείται ο Αχιλλέας Κούμπος

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

FASHION OUTLET
EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea
ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1