Ποντιακό Ζήτημα: οι ρίζες του, το «λησμονημένο αντάρτικο» και οι σύγχρονες προεκτάσεις

Δημοσίευση: 21 Μαϊ 2015 11:15 | Τελευταία ενημέρωση: 25 Μαϊ 2015 17:31

 

* Από τον Βασίλη Πλατή

Η αναγνώριση από το Ελληνικό Κοινοβούλιο στις 24 Φεβρουαρίου 1994 της γενοκτονίας των Ποντίων και η ανακήρυξη της 19ης Μαΐου (η επιλογή της συγκεκριμένης ημερομηνίας έγινε για να θυμίζει την απόβαση του Κεμάλ στη Σαμψούντα, στο μακρινό 1919, με το άγριο σκηνικό που δημιούργησε) ως ημέρας μνήμης για τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού, επιτάσσει μία σύντομη εξιστόρηση των αγώνων των Ελλήνων του Πόντου για την ανεξαρτησία και την ένωσή τους με τη μητέρα-πατρίδα. Η συμβολή άλλωστε του σφριγηλού αυτού κομματιού του ελληνισμού στη διαμόρφωση της ταυτότητας του σύγχρονου ελληνικού κράτους μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης είναι αναμφισβήτητη. Παράλληλα, τα δεινά που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου, τα οποία έχουν καταγραφεί στη συλλογική μνήμη και διεκδικούν τη θέση τους στην εθνική ιστοριογραφία, αποτελούν ευκαιρία για αναστοχασμό του παρόντος.

Η αιτία των διωγμών που εξαπέλυσαν με σφοδρότητα οι Νεότουρκοι σε βάρος του ποντιακού ελληνισμού και των άλλων μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα βρισκόταν στην απόφασή τους να προχωρήσουν σε εκτουρκισμό όλων των λαών και των εθνών που ζούσαν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας. Την απόφαση αυτή έλαβαν οι Νεότουρκοι του κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» στη Θεσσαλονίκη το 1914.

Ενδεικτικές προθέσεων ήταν οι διακηρύξεις τους: «… Οι μωαμεθανικές αντιλήψεις και η μωαμεθανική ισχύς πρέπει να κυριαρχήσουν στη χώρα… θα πρέπει να ολοκληρωθεί η πλήρης οθωμανοποίηση όλων των υπηκόων της Τουρκίας. Και ασφαλώς, είναι ολοκάθαρο ότι αυτό δε θα μπορέσει να γίνει με πειθώ και κατά συνέπεια θα προσφύγουμε στην ένοπλη βία… Η διάδοση της τουρκικής γλώσσας είναι ένα από τα κυριότερα μέσα εξασφάλισης της μωαμεθανικής υπεροχής και αφομοίωσης των μη μωαμεθανικών στοιχείων».

Οι θεμελιώδεις αρχές του κινήματος των Νεότουρκων εξηγούσαν τη βίαιη αντίδρασή τους απέναντι στα δικαιώματα των μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθώς και τον απηνή διωγμό κατά των Ελλήνων του Πόντου, απότοκο και των προσπαθειών των τελευταίων να ιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος σε εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ιδέα για τη δημιουργία ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου ξεπήδησε αρχικά το 1904 από μία ομάδα Ελλήνων δασκάλων στο αμερικανικό κολέγιο της Μερζιφούντας. Ήδη, έως τα τέλη του 1910 είχαν συσταθεί στις σημαντικότερες ευρωπαϊκές πόλεις ποντιακές οργανώσεις, με σκοπό την προώθηση του αιτήματος της ανεξαρτησίας του Πόντου και της προάσπισης των δικαιωμάτων του ποντιακού ελληνισμού. Ακολούθησε η παράδοση της Τραπεζούντας από τους Ρώσους με σύμφωνη γνώμη και του τούρκου διοικητή (βαλή) της περιοχής στον τοπικό ελληνορθόδοξο επίσκοπο Χρύσανθο και η συγκρότηση προσωρινής ελληνικής κυβέρνησης, η οποία διατηρήθηκε έως τον Φεβρουάριο του 1918. Στις 4 Φεβρουαρίου 1918 συγκλήθηκε στη Μασσαλία το Α΄ Παμποντιακό Συνέδριο με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη και κύρια επιδίωξη του την ίδρυση της Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Τελικά, παρά την έντονη δραστηριοποίηση των Ποντίων κυρίως από το Μάιο του 1919 στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης στο Παρίσι με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η υπόθεση του Πόντου «ναυάγησε» στις «συμπληγάδες» της διεθνούς διπλωματίας.

Την περίοδο, λοιπόν, που το Ποντιακό Ζήτημα βρισκόταν σε εκκρεμότητα και κυρίως μεταξύ των ετών 1916 και 1923, οι Νεότουρκοι προχώρησαν σε εκκαθαρίσεις του ελληνικού πληθυσμού του Πόντου. Οι προειλημμένες αποφάσεις των «Δικαστηρίων της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια και αλλού, οδήγησαν σε αφανισμό την οικονομική και κοινωνική ελίτ των Ελλήνων της περιοχής. Σε ολόκληρο τον Πόντο, Έλληνες εκτοπίστηκαν βίαια από τις εστίες τους, στρατεύτηκαν στα τάγματα εργασίας, όπου συνήθως μετά από αβάσταχτες κακουχίες κατέληγαν στο θάνατο, ενώ μαζικές δολοφονίες, βιασμοί και αρπαγές νέων γυναικών, κορασίδων και μικρών αγοριών συνέθεταν το σκηνικό τρόμου που είχαν διαμορφώσει οι Νεότουρκοι του Τοπάλ Οσμάν και του Μουσταφά Κεμάλ. Επίσης, πολλές ελληνικές περιουσίες δημεύτηκαν, η πολιτική και πνευματική ηγεσία του τόπου αφανίστηκε.

Το αποτέλεσμα ήταν από έναν ακμαίο πληθυσμό 700.000 ελληνόφωνων και τουρκόφωνων ορθόδοξων χριστιανών που κατοικούσαν στην περιοχή του Πόντου το 1914, να ξεκληριστούν σε διάστημα επτά περίπου χρόνων πάνω από 350.000, από τους οποίους εκτιμάται ότι οι μισοί προέρχονταν από την περιφέρεια της Μητρόπολης Αμάσειας.

Απέναντι σε αυτό το κύμα διώξεων, βασανισμών, δηώσεων, οι Έλληνες του Πόντου αντέταξαν το «λυτρωτικό αντάρτικο» συγκροτώντας αξιόμαχο στρατό 20.000 ή κατ’ άλλους περισσότερων ανδρών, που αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή των συμμάχων αλλά και ολόκληρου του ελληνισμού στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τότε, λοιπόν, παρατηρήθηκε το φαινόμενο να μετακινηθούν στα βουνά του Πόντου πληθυσμοί ολόκληρων χωριών, όπου ξεκινούσαν ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων. Στις σημαντικές στιγμές του ποντιακού αντάρτικου ανήκε ασφαλώς η απόπειρα κατάληψης της Σαμψούντας, σημαντικού εμπορικού λιμανιού του Πόντου, το Δεκέμβριο του 1916, η οποία δεν ευωδόθηκε..

Παρόλα αυτά, από τα εγχειρίδια που διδάσκονται σήμερα τα ελληνόπουλα στα σχολεία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, απουσιάζουν σχεδόν παντελώς αναφορές στο αντάρτικο των Ελλήνων του Πόντου, ενώ ονόματα οπλαρχηγών της περιοχής, όπως του Αντών Πασά (Αντώνιου Χατζηελευθερίου), του Βασίλ Αγά (Βασίλειου Ανθόπουλου), του Ιστύλ Αγά (Στυλιανού Κοσμίδη), του Παντέλ Αγά (Παντελή Αναστασιάδη) και άλλων μπορεί να προκαλέσουν ακόμη και τον γέλωτα στους «ανυποψιάστους» νεώτερους.

Πράγματι, το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα δεν έχει αναγνωρίσει ακόμη τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού οφείλει να μας προβληματίσει. Η επικράτηση της ρεάλπολιτικ στις διεθνείς σχέσεις των κρατών που απαγορεύει να «αναμοχλεύονται» ιστορικά γεγονότα που πιθανόν να προκαλέσουν μεταξύ τους «τριβές», είναι βέβαιο ότι υπονομεύει την ειλικρινή συνεργασία και αλληλεγγύη. Επίσης, η άρνηση του επίσημου τουρκικού κράτους να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Ποντίων και των Αρμενίων, τις οποίες προσπαθεί να συγκαλύψει με μισόλογα και γενικόλογες διατυπώσεις παραμυθίας προς τα θύματα και τους επιγόνους τους, του στερεί τη δυνατότητα να προσεγγίσει με νηφαλιότητα σκοτεινές πτυχές της ιστορίας. Οι λαοί είναι αναγκαίο να «αναμετρηθούν» με το παρελθόν τους, εάν επιθυμούν να «οικοδομήσουν» με ασφάλεια το μέλλον τους.

 

Ο Βασίλης Πλατής, είναι φιλόλογος, δρ. Ιστορίας του Α.Π.Θ.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

ΕΔΑ ΘΕΣΣ
INTERCOMM FOODS
SYNETAIRISTIKH TRAPEZA THESSALIAS
ELEFTHERIA
Μείνε μαζί μας

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1