Από τα μνημόνια βγαίνουμε. Από την κρίση;

Δημοσίευση: 19 Αυγ 2018 16:00

21 Αυγούστου 2018.

Δύο γεγονότα λαμβάνουν χώρα: Αφενός, το τέλος του 3ου Μνημονίου που υπέγραψε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις 19 Αυγούστου του 2015(Υπενθυμίζεται ότι στο τέλος του 2014, η οικονομία έμπαινε ήδη σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με κυβέρνηση ΝΔ και άρα δεν υπήρχε λόγος για νέο Μνημόνιο).

Αφετέρου, η κατάργηση, την ίδια μέρα, του λεγόμενου «waiver» («παρέκκλισης») με απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως είχε προαναγγείλει ο Πρόεδρός της, Μάριο Ντράγκι (Απόφαση της 10ης Αυγούστου 2018). Υπενθυμίζεται ότι με τον όρο «waiver» εννοούμε την κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών κρατικών ομολόγων ως εξασφαλίσεων στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, το οποίο επέτρεπε στις ελληνικές τράπεζες να έχουν πρόσβαση στον φθηνό δανεισμό της ΕΚΤ.

Κι όμως, η διατήρηση του «waiver» απαριθμείτο από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), κ. Στουρνάρα, ως μία από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις για να «αναπτυχθεί ταχύτερα στο άμεσο μέλλον» η ελληνική οικονομία (Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική, Ιούλιος 2018). Με άλλα λόγια, η κατάργηση του “waiver” στις 21 Αυγούστου 2018 ακυρώνει μία από τις τρεις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Ειδικότερα, η κατάργηση του waiver δεν σημαίνει μόνο το τέλος στο μειωμένο κόστος χρηματοδότησης από την ΕΚΤγια τις ελληνικές τράπεζες, αλλά παράλληλα στερεί από την Ελλάδα τη δυνατότητα συμμετοχής της στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) και άρα το μειωμένο κόστος δανεισμού και για του Ελληνικό Δημόσιο. Τι χάνουμε στην πράξη από την κατάργηση του χαμηλού κόστους δανεισμού για το Δημόσιο και τις τράπεζες; Όπως επισημαίνει ο κ. Στουρνάρας στην ως άνω Έκθεση, η διατήρηση χαμηλού κόστους δανεισμού θα είχε «πολλαπλασιαστικά οφέλη για την οικονομία», καθώς θα μπορούσε να «μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά» και θα είχε«ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη της τραπεζικής χρηματοδότησης προς το μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα και την ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη».

Σαν να μην έφθανε η ως άνω δυσμενής εξέλιξη, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις λίγο πριν τη μνημονιακή έξοδο, οι οποίες ζητούν άμεση λύση σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και θα καθορίσουν τις μελλοντικές αναπτυξιακές προοπτικές:

* Υψηλό δημόσιο χρέος: το δημόσιο χρέος αναμένεται να ανέλθει σε ποσοστό 183% του ΑΕΠ το 2018 (ως άνω Έκθεση Τράπεζας της Ελλάδος), έναντι 126% του ΑΕΠ το 2009.

* Υψηλό απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων: σχεδόν τα μισά ανοίγματα δεν εξυπηρετούνται (ποσοστό 48,5%).

* Υψηλή Ανεργία

* Χαμηλή Ανταγωνιστικότητα

* Κατάρρευση των επενδύσεων

Στο ίδιο πλαίσιο, είναι κοινός τόπος ότι η υψηλή φορολόγηση, που έχει επιλέξει να εφαρμόζει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν μπορεί να είναι βιώσιμη, καθώς έχει εξαντλήσει τις αντοχές των φορολογουμένων, φυσικών προσώπων και εταιριών, ενώ δεν είναι φιλική προς την πολυπόθητη ανάπτυξη. Υψηλοί φορολογικοί δείκτες αποδεδειγμένα συνιστούν αντικίνητρο τόσο για την εργασία όσο και για την ανάπτυξη, ενώ ενθαρρύνουν τη στροφή προς την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή.

Υπάρχει άλλος δρόμος; Υπάρχει. Τόσο το ΔΝΤ όσο και η Τράπεζα της Ελλάδας επισημαίνουν ότι η υπερφορολόγηση και η περικοπή δαπανών συνιστούν επιλογή της Ελληνικής Κυβέρνησης, υπονοώντας - ή και λέγοντας ευθέως - ότι υπήρχε εναλλακτική την οποία οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν επέλεξαν. Ένα διαφορετικό μίγμα πολιτικής φιλικότερο προς την ανάπτυξη. Ποιος μπορεί να το σχεδιάσει και να το εφαρμόσει;

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής (Έκθεσή Β Τριμήνου 2018, Αύγουστος 2018), χαρακτηρίζει το σχέδιο «Στρατηγική Ανάπτυξης για το μέλλον» που ανακοίνωσε η Κυβέρνηση, ως «ένα θετικό πρώτο βήμα συζήτησης για τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας…». Δηλαδή, μερικές μόλις μέρες πριν την πολυδιαφημισμένη έξοδο από τα μνημόνια και μετά από 3,5 χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η Κυβέρνηση το μόνο που έχει εκπονήσει είναι ένα «πρώτο βήμα συζήτησης», αμφιβόλου αξίας και χρησιμότητας, τη στιγμή που θα έπρεπε να υπάρχει σαφής και συγκεκριμένος σχεδιασμός για την επόμενη ημέρα, σε τελικό στάδιο, ο οποίος θα αναμένει την εφαρμογή του. Υπενθυμίζεται, άλλωστε, ότι στη μεταμνημονιακή εποχή δεν πρέπει να πεισθούν μόνο οι ψηφοφόροι, αλλά ιδίως οι ξένοι επενδυτές (οι «αγορές») για το κατά πόσο η ελληνική οικονομία συνιστά αξιόπιστη επενδυτική επιλογή προκειμένου «αυτοί» πλέον να μας χρηματοδοτήσουν.

Στον αντίποδα, η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, με συνέπεια και σταθερότητα υποστηρίζει έναν άλλο δρόμο. Ένα άλλο μίγμα πολιτικής, μεταρρυθμιστικό και φιλοαναπτυξιακό, με σταθερό φορολογικό πλαίσιο και χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, που θα ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα και θα προσελκύει ξένες επενδύσεις. Το αναπτυξιακό σχέδιο της ΝΔ, ο Κ. Μητσοτάκης, έχει άλλωστε ήδη παρουσιάσει στους Ευρωπαίους και διεθνείς εταίρους μας, στα πολυάριθμα ταξίδια του στο εξωτερικό, προκειμένου να αποφύγει τα ατυχή κυβερνητικά παραδείγματα μονομερών ενεργειών που μας κόστισαν σε αξιοπιστία και πρόσθετα μέτρα, αλλά και να διασφαλίσει την εφαρμογή του πλάνου του από την αρχή της διακυβέρνησής του.

Οι διαφορά είναι προφανής. Όπως και η επιλογή. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν σχήμα διαμαρτυρίας χωρίς όραμα και θετικό πρόσημο για την επόμενη μέρα.Η ΝΔ του Κ. Μητσοτάκη είναι κόμμα δημιουργίας και διακυβέρνησης που για άλλη μια φορά θα αποτελέσει σταθμό στην πορεία της χώρας.

* Από την Αθηνά Σιαφαρίκα

* Η Αθηνά Π. Σιαφαρίκα είναι δικηγόρος (MJurOxford, υπ. διδάκτωρ) Μητρώο Στελεχών Ν.Δ.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1