Ο τελευταίος αντάρτης του Γράμμου

Δημοσίευση: 31 Αυγ 2020 15:59

Από τον Γιάννη Μπασλή, δρ.φ.

Τούτες τις μέρες, επειδή τον Αύγουστο του 1949 έλαβε τέλος η τραγικότερη περίοδος του νεοελληνικού κράτους, ο εμφύλιος, όσοι γεννηθήκαμε πριν από το 1950 φέρνουμε συχνά στον νου μας την τραγική για τον τόπο αυτή περίοδο της αλληλοσφαγής. Ένας από τους

τελευταίους αντάρτες που βίωσαν την αλληλοσφαγή είναι ο Αργύρης Ευαγγέλου από την Κρανιά Ολύμπου.
Ο Αργύρης γεννήθηκε το 1928. Σήμερα δηλ. είναι 92 ετών. Τελειώνοντας το δημοτικό, άρχισε να βοηθά τον πατέρα του, που είχε ένα μικρό κοπάδι πρόβατα, από τα οποία και ζούσε η οικογένεια. Από το 1946 ανέλαβε ο ίδιος το κοπάδι. Οι αντάρτες τον επιστράτευσαν βίαια μαζί με άλλους 50 Κρανιώτες και 20 Κρανιωτοπούλες στις 17 Οκτωβρίου του 1947. Πήρε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις μάχες, που έγιναν στο Γράμμο. Τραυματίστηκε πολλές φορές. Πήρε μέρος και στην τελευταία μάχη που δόθηκε στο ύψωμα 2.520 του Γράμμου. Ήταν ο τελευταίος αντάρτης, που, αν και τραυματισμένος, κατέφυγε στην Αλβανία. Από κει βρέθηκε μαζί με τους περισσότερους στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1959. Σήμερα ζει στη Λάρισα το χειμώνα και στην Κρανιά Ολύμπου το καλοκαίρι. Τον συναντώ κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Στις συναντήσεις αυτές είναι φυσικό η συζήτηση να περιστρέφεται στις περιπέτειες τόσο της δικής του ζωής όσο και άλλων, τις οποίες είχα τη «λόξα» να καταγράφω.
Από τα λεγόμενά του λοιπόν παραθέτω μερικά στιγμιότυπα από τις τελευταίες μάχες του εμφυλίου, που ο Αργύρης έζησε εκεί πάνω στο Γράμμο.
«Τον Αύγουστο του ’49 ο στρατός σταμάτησε να κάνει επιθέσεις στο Γράμμο. Έκαναν στο Βίτσι. Πήραν το Βίτσι. Και κατά τις 25 ήρθαν στο Γράμμο. Στις 26 χτύπησαν το ύψωμα Τσιάρνο, όπου ήμουν κι εγώ. Πού να το κρατήσουμε εμείς. Είχαν άλλες τακτικές ο στρατός. Ο στρατός από τη Χελώνα έπαιρνε όλο σύνορα-σύνορα να κλείσει τη διάβαση για την Αλβανία. Μέχρι τις 28, σε τρεις μέρες, πήραν το Γράμμο. Εμείς πήραμε διαταγή «Βαδίστε, βαδίστε» όλη νύχτα. Σ’ αυτό το τμήμα που ήμουν εγώ ήταν λοχαγός ένας από τα Δελέρια. Σκοτίδας Νίκος (Θεοχαρόπουλος το πραγματικό του) λέγονταν. Τώρα το Σκοτίδας πρέπει να είναι παρατσούκλι. Χαραή βγήκαμε στο ύψωμα 2.520, το ψηλότερο στο Γράμμο. Ντιπ γυμνό. Ήμασταν ακάλυπτοι από παντού. Ήταν 28 Αυγούστου. Στο μεταξύ εκεί πέρα εμένα με είχαν δώσει μυδράλιο. Σ’ όλες τις μάχες είχα το μυδράλιο εγώ. Γεμιστή είχα τον Τάκη, ένα παιδί από την Μπάκραινα (Γυρτώνη). Μας έβαλαν στον αυχένα του υψώματος. Μόλις έφεξε το πρωί, ήρθαν τ’ αεροπλάνα. Μέχρι τις 10 η ώρα σκοτώθηκαν όλοι. Εβδομήντα δύο (72) άτομα ήμασταν. Θέση δεν υπήρχε. Πολυβολεία δεν υπήρχαν ντιπ. Μας έβαλαν εκεί, να κρατήσουμε το ύψωμα, μέχρι να περάσουν οι φάλαγγες από κάτω για την Αλβανία. Εμείς έπρεπε να κρατήσουμε. Μας είχαν ξεγράψει. Αποστολή αυτοκτονίας ήμασταν, αλλά δεν το ξέραμε τότε.
Ο στρατός δεν επιτέθηκε. Σπανό το μέρος κι ήταν επικίνδυνο και για τον στρατό. Φτάνει ένα αεροπλάνο. Γαλατά τον λέγαμε, αναγνωριστικό. Μας λεν «μην κουνιέστε».
Τι να μην κουνηθούμε, αφού ήμασταν καταΐ στο χορτάρι. Σπανό το μέρος. Δεν πέρασαν 5΄ λεπτά κι έφτασαν δώδεκα αεροπλάνα ρίχνοντας ρουκέτες. Έρχονταν ένα-ένα. Έκαναν ένα γύρο, έπαιρναν αποστάσεις κι έριχναν. Κι άιντε πάλι. Η ώρα 10 φωνάζει ο λοχαγός ο Σκοτίδας από κάτω. Ήταν πιο πίσω αυτός καλυμμένος. «Συμπτυχθείτε γρήγορα». Ποιος να συμπτυχθεί; Είχαν μείνει δύο και κατέβαιναν προς τα κάτω. Μια ριπή τ’ αεροπλάνο. Τον έναν τον έκοψε στη μέση. Τον άλλο τον τραυμάτισε. Οι σφαίρες έσκαγαν. Το μάτι του ήταν εδώ κάτω (δείχνει). Το κρατούσε με το χέρι γεμάτος αίματα. Με την άλλη στροφή του αεροπλάνου σκοτώνεται ο Τάκης από την Μπάκραινα δίπλα από μένα. Τραυματίζομαι κι εγώ από πάνω στον γοφό μέχρι κάτω στο ποδάρι το δεξί. Είχαμε μείνει δυο. Λέω σ’ αυτόν με το τραυματισμένο μάτι, που τον λέγαν Σταύρο κι ήταν από τον Έβρο. «Πάρε με, άρα Σταύρο, κάνα μέτρο παρακάτω». Γάζωναν πενήντα πόντους μπροστά μας τ’ αεροπλάνα. Με το ένα χέρι ο Σταύρος έπιανε το μάτι του και με το άλλο εμένα. Με τράβηξε, ξέρω ‘γω, 200 μέτρα. Το μέρος ήταν σπανό. Όλο χορτάρια. Μπήκαμε στο δασωμένο μέρος. Με είδαν από τη φάλαγγα, με πήραν. Τελικά μ’ έβαλαν σ’ ένα παλιάλογο. Μ’ έδεσαν, γιατί δεν μπορούσα να σταθώ.
Οι φάλαγγες προχωρούσαν προς το χωριό Πληκάτι. Ανηφορίσαμε ύστερα προς τα πάνω να περάσουμε από το Κάμενικ (βουνοκορφή) προς το Αλβανικό. Στο μεταξύ νύχτωσε και ψιχάλιζε. Στον δρόμο με τ’ άλογο είχα αιμορραγία. Δεν περνούσαν πέντε λεπτά και λιποθυμούσα. Χύθηκε το αίμα όλο.
Στο μεταξύ με είδε ο Βαγγέλης ο Πολύμερος από τη Δογάνη Αγιάς κι έκατσε κι αυτός μαζί με μένα. Περπατούσε δίπλα μου να με προσέχει. Λέει: «Πάμε μαζί, Αργύρη, μη φοβάσαι. Άμα ζαλίζεσαι, θα σε κρατώ εγώ». Με είχε δεμένο με τις τριχιές. Όμως δεν μπορούσα να καθίσω καλά και ζαλίζουμαν κιόλας. Ένας ημιονηγός τραβούσε το άλογο. Απάνω από το Πληκάτι που πηγαίναμε παραπατάει το άλογο σ’ ένα ξεσφάι και πατάει ένα κύλισμα μαζί μ’ εμένα. Κι ο ημιονηγός, που κρατούσε το καπίστρι, είχε και το όπλο κρεμασμένο στο κοτσάκι (του σαμαριού). Κατρακυλήσαμε μέχρι κάτω βαθιά. Μια με πλάκωνε το άλογο, μια ήμαν από πάνω εγώ.
Γέμισα από αίματα όλος. Σταμάτησε σε μια οξιά. Εγώ κρέμουμαν τον κατήφορο. Ήμαν με τις τριχιές δεμένος. Λέει στον λοχαγό ο Βαγγέλης ο Πολύμερος.» Να πάμε να πάρουμε τον Αργύρη. – Δε σταματάμε για έναν τραυματία», λέει αυτός. «Αφήστε τον. Βαδίστε». Είχε και τον φακό ο λοχαγός. Οπλίζει το στάγιερ του ο Βαγγέλης. «Θα σε σκοτώσω, λοχαγέ», τον λέει. «Αυτός με κουβάλησε στον ώμο και μ’ έσωσε. Φέρ’ τον εδώ. Εγώ καμένη την έχω την κάπα μου. Θα σε σκοτώσω». Τον σημάδευε. Τα χρειάστηκε ο λοχαγός.
Τελικά μ’ έβγαλαν. Έφυγαν οι άλλοι. Μείναμε εγώ και ο Βαγγέλης. Πιάνομαν λίγο από την πλάτη του Βαγγέλη και προχωρούσαμε σιγά- σιγά. Τον πονούσε κι αυτόν το τραύμα το παλιό. Βαδίζαμε λίγο, ίδρωνα και λιποθυμούσα. Άιντε πάλι. Συνέρχομαν και περπατούσα. Έφεξε το πρωί στις 29 Αυγούστου. Στο Γράμμο είχαμε μείνει εμείς οι δυο. Δεν υπήρχε άλλος αντάρτης. Μας είδαν οι Αλβανοί από πάνω. Δεν είχαμε μπει ακόμα στην Αλβανία. Κατεβαίνει ένας Αλβανός και με κόβει στον ώμο. Κι ο Βαγγέλης από πίσω κουτσαίνοντας. Μας πέρασε μέσα στην Αλβανία. Ήμασταν οι τελευταίοι που μπήκαμε».

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

INTERCOMM FOODS
ELEFTHERIA
Μείνε μαζί μας

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1