Ανοιχτή Γραμμή για τα νερά, το περιβάλλον, τη Γεωργία στη Θεσσαλία

Δημοσίευση: 15 Νοε 2021 19:34

Ξεπερασμένο το θεσμικό πλαίσιο, ανύπαρκτη η στήριξη των ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ

Στον τομέα διαχείρισης του αρδευτικού νερού -το οποίο ως γνωστό ανέρχεται στο 95% (!) του συνόλου της ετήσιας ζήτησης- συμμετέχουν και οι αυτοδιοικούμενοι Τοπικοί Οργανισμοί (ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ). Πρόκειται για διοικητικά σχήματα που συγκροτήθηκαν τη δεκαετία 1950 (!), με ξεπερασμένο πλέον θεσμικό πλαίσιο, με περιορισμένες λειτουργικές δυνατότητες και, δυστυχώς, με ελάχιστο έως ανύπαρκτο ουσιαστικό έλεγχο, συντονισμό και στήριξη (τα τελευταία χρόνια) από τα υπερκείμενα αρμόδια όργανα διαχείρισης νερού (Γενική Γραμματεία Υδάτων, ΥΠΕΝ, Περιφερειακές Δ/νσεις Υδάτων κ.λπ.).

Αυτό υποστηρίζει η ΕΔΥΘΕ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της «ΕτΔ» για το ποια είναι η κατάσταση σήμερα στον τομέα διαχείρισης του νερού στη Θεσσαλία, αλλά και ευρύτερα, ποια η θέση των κυβερνήσεων και για το πόσο εφικτή είναι η υλοποίηση των Σχεδίων Διαχείρισης. Πιο συγκεκριμένα:

 

Ερώτηση της ΕτΔ:
Μια σταθερή διεκδίκησή σας είναι ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης υδάτων. Ποια είναι η κατάσταση στον τομέα αυτόν; Ποια είναι η θέση των κυβερνήσεων που έχουν την ευθύνη υλοποίησης του ΣΔΥ;
Πόσο εφικτή είναι η υλοποίησή του στις παρούσες συνθήκες;

 

Απάντηση της ΕΔΥΘΕ:
Η εικόνα που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη για τον τρόπο διαχείρισης των υδάτων στη χώρα μας είναι κάκιστη.
Και αυτό απόλυτα δικαιολογημένα, αφού σχεδόν σε όλα τα υδατικά διαμερίσματα (ΥΔ) δεν έχει επιτευχθεί έως σήμερα ούτε η ισορροπία ανάμεσα στα νερά που κάθε χρόνο διατίθενται (προσφορά με μέση περιβαλλοντική κάλυψη) και εκείνα που καταναλώνονται (ζήτηση), ούτε η βελτίωση της οικολογικής κατάστασης των υδάτινων οικοσυστημάτων, όπως (πολύ ορθά) απαιτεί η εφαρμογής της Οδηγίας 60/2000 της ΕΕ.
Στη Θεσσαλία και ειδικότερα στο ένα από τα δύο ΥΔ, τα οποία περιλαμβάνονται στα διοικητικά όριά της, δηλαδή τη λεκάνη απορροής ποταμού (ΛΑΠ) Πηνειού, η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Τα υδατικά ελλείμματα συνεχώς διευρύνονται, ενώ η οικολογική κατάσταση διαρκώς επιδεινώνεται.
Επιβάλλεται επειγόντως λοιπόν να υπάρξει αποφασιστική πολιτική βούληση, πολιτικό σχέδιο, διοικητικός συντονισμός στην κατεύθυνση μιας υγιούς και ορθολογικής διαχείρισης των υδάτων, παράλληλα με τον αναγκαίο θεσμικό εκσυγχρονισμό και βελτίωση της λειτουργίας του τομέα διαχείρισης υδάτων, καθώς και δημιουργία κρατικού φορέα διαχείρισης με συμμετοχή των χρηστών (ύδρευση, άρδευση βιομηχανία κ.λπ.), όπως συμβαίνει σε πλήθος άλλων χωρών στην Ε.Ε. και τον κόσμο ολόκληρο (ακόμη και σε χώρες απλώς υποψήφιες για ένταξη στην Ε.Ε., με χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους, όπως π.χ. η Τουρκία, Σερβία), έτσι ώστε και η Ελλάδα, στον τομέα της διαχείρισης υδάτων, να γίνει επιτέλους μία φυσιολογική χώρα.
Μόνο έτσι θα αποκτήσουν ουσιαστικό περιεχόμενο και οι μελέτες που εκπονούνται για το Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων, που, όπως είπε πρόσφατα στη Βουλή η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής κατά της Ερημοποίησης, στη χώρα «έχουμε σχέδια διαχείρισης υδατικών διαμερισμάτων, έχουμε τις μελέτες, αλλά προφανώς έχουμε μείνει στο σχέδιο».
Ένας ισχυρισμός απόλυτα εύστοχος, δεδομένου ότι στο Υδατικό Διαμέρισμα Θεσσαλίας, όπου υπάρχει εγκεκριμένο Σχέδιο Διαχείρισης Υδάτων και το υδατικό ισοζύγιο κινείται στα επίπεδα των 1.100 – 1450 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού ανά έτος, απουσιάζει ο στοιχειώδης έλεγχος, οι απαραίτητες μετρήσεις κατανάλωσης νερού, ο ετήσιος απολογισμός σύμφωνα με την οδηγία 60/2000 και φυσικά ούτε η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου, ούτε η κεντρική διοίκηση (κυρίως), ούτε ίσως οι τοπικές υπηρεσίες δείχνουν να συνειδητοποιούν την άθλια κατάσταση που βιώνουμε.
Ειδικότερα πάντως στον τομέα του αρδευτικού νερού, το οποίο ως γνωστό ανέρχεται στο 95% (!) του συνόλου της ετήσιας ζήτησης, στη διαχείριση του νερού συμμετέχουν και οι αυτοδιοικούμενοι Τοπικοί Οργανισμοί (ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ).
Πρόκειται για διοικητικά σχήματα που συγκροτήθηκαν τη δεκαετία 1950 (!), με ξεπερασμένο πλέον θεσμικό πλαίσιο, με περιορισμένες λειτουργικές δυνατότητες και, δυστυχώς, με ελάχιστο έως ανύπαρκτο ουσιαστικό έλεγχο, συντονισμό και στήριξη (τα τελευταία χρόνια) από τα υπερκείμενα αρμόδια όργανα διαχείρισης νερού (Γενική Γραμματεία Υδάτων, ΥΠΕΝ, Περιφερειακές Δ/νσεις Υδάτων κ.λπ.).
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ΤΟΕΒ γίνονται γνωστοί στην κοινή γνώμη κυρίως για τα μεγάλα οικονομικά ελλείμματα που παρουσιάζουν, την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις μεγάλου ύψους οφειλές τους στη ΔΕΗ και σε άλλα διαχειριστικά προβλήματα.
Συμπερασματικά, στο ευαίσθητο πρόβλημα των υδατικών πόρων στη Θεσσαλία, η Πολιτεία δεν έχει ακόμη αποκτήσει τον κατάλληλο βηματισμό, δρα και κινείται αποσπασματικά, χωρίς να «διαβάζει» συνολικά την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή.
Είναι ενθαρρυντικό ότι την περίοδο αυτήν υπάρχουν κάποιες εξελίξεις προς την κατεύθυνση αλλαγών στους φορείς δημοσίων δικτύων άρδευσης, τόσο με τις προτάσεις επιστημόνων, με επικεφαλής τον καθηγητή Γεωπονικής Υδραυλικής Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ν. Δέρκα, όσο και με σχετική μελέτη που χρηματοδοτεί το ΥΠΑΑΤ.
Εκτός λοιπόν από την κατασκευή νέων έργων (ταμιευτήρες, δίκτυα μεταφοράς – διανομής νερού κ.λπ.) και την εφαρμογή πολιτικών που επιβάλλονται για βελτίωση της κατάστασης, κρίσιμος παράγοντας είναι και η αναμόρφωση της διοίκησης στα νερά και ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου (απόλυτα εφικτός) σε όλα τα επίπεδα.

 

Για την ΕΔΥΘΕ: Κώστας Γκούμας,
γεωπόνος, πρώην διευθυντής της ΥΕΒ Λάρισας και πρώην πρόεδρος του
τοπικού ΓΕΩΤΕΕ.

 

Η διατροφική αξία των καρπών της ακτινιδιάς

Γράφει ο Χρ. Τσαντήλας*

Συνεχίζοντας την παρουσίαση της καλλιέργειας της ακτινιδιάς (ποικιλία Hayward), στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται συνοπτικά τα κυριότερα χαρακτηριστικά και η φυσικοχημική σύσταση των καρπών της, στην οποία οφείλεται η μεγάλη διατροφική τους αξία. Σημειώνεται ότι όσα θα αναφερθούν παρακάτω αφορούν καρπούς που έχουν συλλεγεί, όταν η περιεκτικότητα σε σάκχαρα είναι τουλάχιστον 6.2% και η ξηρή ουσία 15%. Στην περιοχή μας αυτές οι προϋποθέσεις χρονικά συμβαίνουν στις αρχές Νοεμβρίου.
Στην περίοδο συλλογής τα βασικά χαρακτηριστικά των ακτινιδίων με αποδεκτή ποιότητα, είναι τα ακόλουθα: έχουν στρογγυλεμένο ωοειδές σχήμα με μήκος 5.5-7 και πλάτος 4-5 εκατοστά και βάρος 80-120 γραμμάρια. Το χρώμα τους είναι καφέ και ο φλοιός τους καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα λεπτών τριχιδίων που νεκρώνονται, όταν ο καρπός ωριμάζει και απομακρύνονται εύκολα με ένα απλό τρίψιμο. Καρποί με πεπλατυσμένο σχήμα και πολύ μεγαλύτερο μέγεθος του κανονικού που προκύπτουν από συνένωση δύο καρπών (ονομάζονται από τους παραγωγούς «πεταλούδες»), μπορεί εμπορικά να έχουν πολύ μικρότερη αξία, αλλά η σύσταση και η διατροφική τους αξία είναι η ίδια με εκείνη των καρπών που έχουν κανονικό σχήμα. Στο εσωτερικό του καρπού υπάρχουν μέχρι 1.400 μικροί σπόροι, με ακτινωτή διάταξη, στην οποία οφείλεται και το όνομα «ακτινίδιο». Σημειώνεται ότι η ανάπτυξη των ακτινιδίων είναι πολύ γρήγορη στην αρχή, φθάνοντας τα 2/3 στις δέκα πρώτες εβδομάδες μετά την άνθηση και συνεχίζεται μέχρι και την περίοδο συλλογής, αλλά με πολύ βραδύτερο ρυθμό.
Η φυσικοχημική σύσταση των ακτινιδίων παρατίθενται στον παρακείμενο πίνακα. Η αξιολόγηση της διατροφικής αξίας και της σημασίας των συστατικών αυτών στην ανθρώπινη υγεία είναι αντικείμενο άλλων ειδικοτήτων. Εδώ θα αναφερθούν απλώς εκείνα τα στοιχεία, τα οποία οι ειδικοί αξιολογούν ως σημαντικά και διαφοροποιούν θετικά τα ακτινίδια από τα άλλα φρούτα.
Ένας δείκτης που δίνει μια γενική εικόνα της θρεπτικής αξίας είναι η λεγόμενη «θρεπτική πυκνότητα» που βασίζεται στην περιεκτικότητα των κυριότερων συστατικών που επηρεάζουν σημαντικά την ανθρώπινη υγεία ανά 100 θερμίδες που περιέχονται στον καρπό. Σε αυτόν τον δείκτη τα ακτινίδια φαίνεται να υπερτερούν όλων των φρούτων που καταναλώνονται σε μεγάλη έκταση, έχοντας τιμή 22.4/100 θερμίδες έναντι 3.5 των μήλων, 5.6 των μπανανών και 17.2 των πορτοκαλιών. Πιο συγκεκριμένα, τα βασικά συστατικά των καρπών της ακτινιδιάς έχουν ως εξής:
Η θερμιδική αξία τους είναι χαμηλή, συγκρίσιμη με εκείνη των μήλων, πορτοκαλιών, σταφυλιών, ροδάκινων και αχλαδιών, αλλά σαφώς μικρότερη των μπανανών (87 θερμίδες/100 g). Σε ό,τι αφορά τις πρωτεΐνες, τα ακτινίδια, όπως και τα περισσότερα φρούτα δεν περιέχουν σημαντικές ποσότητες. Παρόμοια, πολύ χαμηλή είναι η περιεκτικότητα σε λιπίδια, τα οποία περιέχονται κυρίως στους σπόρους. Ένα συστατικό, που έχει ιδιαίτερη διατροφική αξία, είναι οι περιεχόμενες ίνες. Κατά μέσο όρο ένα ακτινίδιο περιέχει το 10% των απαιτούμενων ημερήσιων διαιτητικών ινών του ανθρώπου. Αυτό σύμφωνα με τους ειδικούς είναι πολύ σημαντικό, διότι διευκολύνει πολύ την πέψη των τροφών, καθιστώντας έτσι τα ακτινίδια ως ένα αποτελεσματικό μέσο αντιμετώπισης του προβλήματος της δυσκοιλιότητας.
Το χαρακτηριστικό όμως εκείνο που διαφοροποιεί θετικά σε μεγάλο βαθμό τα ακτινίδια από σχεδόν όλα τα άλλα φρούτα είναι η περιεκτικότητα σε βιταμίνη C, μια απαραίτητη ουσία που δεν παράγει ο ανθρώπινος οργανισμός και την προσλαμβάνει με τις τροφές. Τα ακτινίδια περιέχουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες βιταμίνης C από τα εσπεριδοειδή, τα οποία θεωρούνται από τα πιο πλούσια και περίπου δέκα φορές περισσότερο από τα μήλα. Ένα μόνο ακτινίδιο κανονικού μεγέθους (100 g) περιέχει την ποσότητα βιταμίνης C που χρειάζεται ο άνθρωπος σε ημερήσια βάση. Τα ακτινίδια περιέχουν επίσης σχετικά μεγάλες ποσότητες βιταμίνης Ε, είναι καλή πηγή φυλλικού οξέος και πολλών οργανικών οξέων (κιτρικού, μαλικού, κινικού), καθώς και άλλων οργανικών ενώσεων. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η παρουσία αντιοξειδωτικών στα ακτινίδια, προσδίδοντας σε αυτά επί πλέον διατροφική αξία. Τέλος, μεγάλη είναι η περιεκτικότητα των ακτινιδίων σε ανόργανα θρεπτικά και ιδιαίτερα Καλίου, υπερέχοντας σχεδόν όλων των φρούτων εκτός από τις μπανάνες. Όλα αυτά καθιστούν τα ακτινίδια μια πολύ θρεπτική τροφή με χαμηλή θερμιδική αξία και με πολλά οφέλη σε θέματα υγείας.
Καταλήγοντας φαίνεται ότι τα περιθώρια και η ανάγκη διάδοσης της θρεπτικής αξίας των ακτινιδίων είναι τεράστια, προκειμένου το προϊόν αυτό να καταλάβει τη θέση που του αρμόζει στη διατροφική αλυσίδα. Σημειώνεται ότι σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα τα ακτινίδια κατέχουν την τελευταία θέση σε όγκο παραγωγής μεταξύ των φρούτων (0.2%), στα οποία κυριαρχούν κατά σειρά μεγέθους οι μπανάνες (17% περίπου), τα πορτοκάλια (11.5%), τα μήλα (11.5%) και τα σταφύλια (11.3%). Πρέπει λοιπόν να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια για την ενημέρωση του κόσμου για να μεταβάλει τις προτιμήσεις του σε ό,τι αφορά την κατανάλωση φρούτων, η οποία πρέπει να βασισθεί κυρίως στην προβολή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους που σχετίζονται περισσότερο με την υγεία των ανθρώπων. Αυτό το καθήκον πρέπει να επωμισθούν το Υπουργεία Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και οι σχετικές περιφερειακές υπηρεσίες, το Ινστιτούτο Καταναλωτών και οι συνεταιρισμοί των ακτινιδιοπαραγωγών.
Βιβλιογραφικές πηγές: 1) Advances in Food and Nutrition Research. Vol. 68. Nutritional Benefits of kiwi fruit, 2) Warrington and Weston (Eds). 1990 Kiwifruit Science and Management.

 

*Γεωπόνος, δρ. Εδαφολογίας, ερευνητής, πρ. διευθυντής Ινστιτούτου Βιομηχανικών και Κτηνοτροφικών Φυτών του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ
(e-mail: christotsadilas@gmail.com).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ 2022
INTERCOMM FOODS
DHMOS TEMPON 10-6-22
Μείνε μαζί μας
Η ΠΟΡΝΗ ΑΠΟ ΠΑΝΩ 2022(ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ)
FESTIVAL OLYMPOU 1-7-22

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1