Ένας παλιός Λαρισαίος θυμάται

Μωύς και Μπινίκος

Δημοσίευση: 03 Αυγ 2017 17:45

Τρίτη 13 Αυγούστου 1968. Ποιος να θυμάται άραγε αυτήν την μακρινή ημερομηνία;

Ίσως στην Ιστορία της Ελλάδος να έμεινε αυτή η ημερομηνία ότι ο Αλέκος Παναγούλης της πρώτες πρωινές ώρες στις 7,30 περίπου αποπειράθηκε να σκοτώσει τον Παπαδόπουλο. Τον δικάσανε εις θάνατο αλλά ο Παπαδόπουλος του έδωσε χάρη. Μετά την μεταπολίτευση έγινε βουλευτής και την πρώτη Μαΐου 1976 σκοτώθηκε στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Και κάπου εκεί τελειώνει η Ιστορία με τον Παναγούλη. Ωστόσο στην Λάρισα η οδός Παναγούλη από τις κεντρικότερες που ξεκινάει από την Νέα αγορά και φτάνει μέχρι την Πολυτεχνείου κάπου κοντά στον Σταθμό του ΟΣΕ, θα μας θυμίζει την ημερομηνία εκείνη και ότι επακολούθησε.

Όμως αλίμονο, εκείνη την μακρινή ημερομηνία στην Λάρισα λίγες ώρες αργότερα παιζόταν μία αληθινή τραγωδία. Δύο μικρά παιδιά δύο εβραιόπουλα ο Μωύς και ο Μπινίκος 11 και 9 χρονών περίπου. Ήταν άτυχα, πολύ άτυχα.

Τα ήξερα από καιρό, πάνω από δύο χρόνια. Μένανε στην Εβραϊκή πολυκατοικία μετά τους 6 δρόμους. Μια φορά θυμάμαι ήμουνα στο «σπίτι» του στρατιώτη στην οδό Μανωλάκη και ήθελα να περάσω απέναντι προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Αυτά ήταν πιασμένα χεράκι-χεράκι απέναντι. Όταν με είδαν ο μικρούλης ο Μπινίκος όρμησε προς το μέρος μου φωνάζοντας το όνομά μου. Στάσου του είπε ο Μωύς, στάσου τον φώναξα και εγώ, αλλά αυτός χωρίς να κοιτάξει όρμησε. To TAXI ερχόταν με πολύ φόρα. Έτρεξα όσο ποιο γρήγορα μπορούσα τον άρπαξα και πέρασα απέναντι. Ο ταξιτζής με κοίταξε περίεργα, βέβαια δεν έφταιγε αλλά για την οδό Μανωλάκη έτρεχε λίγο παραπάνω. Τέλος καλό όλα καλά σκέφτηκα. Ρώτησα τον Μωύς που πάνε και μου είπε στο μαγαζί του μπαμπά. Το ήξερα το μαγαζί ήταν εκεί στην Φιλελλήνων στην ανηφόρα και τα συνόδεψα εγώ τα παιδάκια. Ο Μωύς ήταν συνεσταλμένο παιδί κοκκινομάλλης, έμοιαζε της μαμάς του της Ρασέλ. Ο μικρός όμως ήταν από άλλο ανέκδοτο, δεν έμοιαζε με κανέναν, δεν ήξερες πότε γελούσε και πότε έκλαιγε. Ήταν και αυτός κοκκινομάλλης αλλά πάντα κουρεμένος με την ψιλή. Ήταν χοντρούλης με ένα κεφαλάκι σαν καρπουζάκι. Νίκο μού έλεγε παραπονεμένα η μαμά μου με κλειδώνει το ψυγείο για να μην τρώω. Και ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Αλλά όμως εγώ πάω στην γειτόνισσα κάνω τα παράπονά μου εκείνη με λυπάται και μου δίνει να φάω ότι θέλω. Δεν θα σου πω όμως ποια γειτόνισσα γιατί μπορεί να το πεις στην μαμά μου. Και αμέσως γελούσε, έ, ρε Μπινίκο ανεπανάληπτε. Πήγαμε στον πατέρα τους. Ο Ηλίας ο Μανουάχ τον είπαμε τι συνέβη και γελούσε με όλα αυτά, ήταν πραγματικά ευτυχισμένος. Με πρότεινε να πάμε για «σκεμπέ» στου "Κουτσοκώστα", η Αγραφιώτη κάτω στου Τσούγκαρη. Τον είχα βρει και άλλη φορά εκεί, έτρωγε συχνά «σκεμπέ». Πήγαμε όλοι μαζί το γέλιο που έπεσε με τον Μπινίκο δεν περιγράφεται. Είχε φάει δύο σκεμπέδες και ήθελε και άλλο. Θα σκάσεις του είπε ο πατέρας του. Και αυτός παραπονεμένα «πεινάω». Σε λίγες ημέρες θα πήγαιναν διακοπές στον Πλαταμώνα. Σε λίγες ημέρες έπαιρνα και εγώ την άδειά μου και θα πήγαινα και εγώ στον Πλαταμώνα το πρωί και επιστροφή το απόγευμα. Ήταν Τρίτη θυμάμαι που είχα πάει στον Πλαταμώνα. Συνήθιζα να κάνω το μπάνιο μου στην Δροσερή Ταράτσα και αυτό διότι μετά τα πρώτα 70-100 μέτρα πατούσα και καθόμουν ώρα μέσα στην θάλασσα. Εκείνη την ήμερα είδα τα παιδάκια πιο μπροστά εκεί που γυρίζει το λεωφορείο. Μόλις με είδαν ξετρελάθηκαν. Έμεινα και εγώ εκεί. Η μαμά τους δεν έκανε μπάνιο μιλούσε με κάποιον αδύνατο ψηλό άνδρα κάπου 35 χρονών όπως τον έβλεπα. Φορούσε μαύρο μαγιό και είχε σημάδια στον αριστερό μηρό, και έλεγε πως είχε πάθη το ατύχημα. Πρέπει να ήταν ένας ακόμη γέρος που μάλλον ήταν πατέρας του και ένα μωρό όχι πάνω από 1,5-2 ετών. Η ώρα είχε πάει σχεδόν δύο, εγώ έπαιζα στην Θάλασσα με τα παιδάκια. Η μαμά τους τα φώναξε σιγά-σιγά να βγούνε και να πάνε στο σπίτι που ήταν πάνω από της γραμμές με τον οδηγό αυτόν τον ψιλό. Το αυτοκίνητο ήταν ένα κρεμ-χρώμα OPEL CARAWAN όχι μεγάλου κυβισμού. Η Ρασέλ είχε φύγει με μια άλλη κυρία. Τα παιδάκια ανέβηκαν στο αυτοκίνητο και έστριψαν δεξιά προς τον σταθμό από την κάτω μεριά. Σκέφτηκα ότι ήθελε να αγοράσει κάτι και θα ξαναγύριζε διότι το σπίτι των Μανουάχ ήταν όχι πολύ μακριά από τις γραμμές του τρένου. Μάζεψα τα πράγματά μου και ετοιμάστηκα να φύγω. Η ώρα πρέπει να ήταν 2 και 20. Ένας θόρυβος περίεργος ακούστηκε όπως αν πετάξουμε έναν γκαζοτενεκέ κάτω από ένα αυτοκίνητο γκράνγκ-γκρούνγκ. Σκέφτηκα ποια παλιόπαιδα πέταξαν τον γκαζοτενεκέ κάτω από το τρένο. Και αυτό το άτιμο μια ζωή καθυστέρηση έχει εκείνη την ημέρα έπρεπε να είναι στην ώρα του. Το οτομοτρίς δεν ακούστηκε να φρενάρει και εγώ δεν έδωσα περαιτέρω σημασία. Πήρα τα πράγματά μου και έφυγα με το μηχανάκι μου για την Λάρισα. Κοιμήθηκα το απόγευμα και το βράδυ πήγα στον κινηματογράφο στο θερινό REX στην Πολυτεχνείου που τότε την έλεγαν 21 Απριλίου. Όταν τελείωσε το έργο και ετοιμαζόμουν να φύγω με φώναξε ο Λάκης ο Ναχμούλης. Έμαθες τα νέα; Μου είπε σοβαρά. Τα παιδιά του Ηλία του Μανουάχ σκοτώθηκαν. Αποκλείεται του είπα, κάποιο λάθος κάνεις, εγώ σήμερα με τα παιδάκια ήμουνα μαζί. Μέχρι τι ώρα με ρώτησε. Ξέρω και 'γω 2-2,30 κάπου εκεί, μετά ήρθα στην Λάρισα. -Εκείνη την ώρα σκοτώθηκαν.

- Μα πώς; Ρώτησα.

- Δεν ξέρω με το είπε η μάνα μου ότι ήταν σε ένα αυτοκίνητο και τα παρέσυρε το τρένο.

-Ε! όχι είπα αυτό είναι απ' τα άγραφα.

-Ναι με είπε ο ένας σκοτώθηκε επί τόπου και ο άλλος εξέπνευσε στην διαδρομή προς Λάρισα.

Δεν ήξερα τι να πω, τα είχα χαμένα. Πήρα το μηχανάκι και πήγα στην Εβραϊκή πολυκατοικία. Είδα φως, ήταν πολύς κόσμος εκεί, ανέβηκα. Είδα την Ρασέλ καθισμένη της δίνανε υπνωτικά χάπια αλλά δεν την πιάνανε, ήθελε να κλάψει αλλά δεν μπορούσε. Όταν με είδε σηκώθηκε. Νίκο που είναι τα παιδιά μου; Νίκο θέλω τα παιδιά μου. Άλλη μια φορά θρήνος και οδυρμός στην Ραμμά της Γαλιλαίας. Εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυά μου. Μα τι έγινε; Ρώτησα, όλοι μαζί ήμασταν. Τα πήρε ο καταραμένος τα παιδιά μου, τον πατέρα του και το δικό του παιδί, τους παρέσυρε το τρένο, όλοι σκοτωμένοι Νίκο εκτός από το μωρό το δικό του, άνοιξε η πόρτα και το μωρό βρέθηκε έξω. Θρήνος και οδυρμός έγινε στην κηδεία και ποιος δεν έκλαψε. Σε λίγο όλα ξεχάστηκαν. Τον επόμενο χρόνο η Ρασέλ γέννησε γιό. Τον είπαν Μωύς, έστειλα λουλούδια και πήγα. Όλοι γελούσαν, εκτός από εμένα και την Ρασέλ, ο Ηλίας γελούσε για τον κόσμο. Τον Ηλία τον ξανάδα μια-δυο φορές στο Αλκαζάρ συντετριμμένο, είχε παρέα τον I. Φρανσέ. Τι να πω, απλά σκέφτηκα. Δυο άγγελοι, ήρθαν για λίγο στην Λάρισα και φύγανε τόσο ανεπάντεχα.

Καληνύχτα Μωύς, καληνύχτα Μπινίκο.

Δεν θα σας ξεχάσω ποτέ.

Νίκος Κατσιαμάκας

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1