Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Η κατεδάφιση του πυρποληθέντος Δικαστικού Μεγάρου (1907)

Δημοσίευση: 11 Οκτ 2017 16:21
Στα δεξιά της εικόνας τμήμα του πυρπολημένου κτιρίου των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον) της Λάρισας. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. 1906 περίπου. Στα δεξιά της εικόνας τμήμα του πυρπολημένου κτιρίου των Δικαστηρίων (Θέμιδος Μέλαθρον) της Λάρισας. Λεπτομέρεια από επιστολικό δελτάριο του Στέφανου Στουρνάρα. 1906 περίπου.

Ένα από τα επιβλητικότερα κτίρια που υπήρχαν στη Λάρισα κατά την απελευθέρωσή της από τους Οθωμανούς το 1881, ήταν το Τουρκικό Διοικητήριο. Βρισκόταν μέσα στον σημερινό χώρο της Κεντρικής Πλατείας, ήταν μεγάλο, καταλάμβανε τη βορειοδυτική πλευρά της και είχε προσανατολισμό ανατολικό,

δηλ. η κύρια όψη του κοιτούσε προς την ανατολή. Το είχαν κατασκευάσει οι Τούρκοι το 1874 με προτροπή του Σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ, αλλά αρχιτέκτονάς του ήταν ο ελληνικής καταγωγής Στυλιανός Βουκαδόρος, από τη Ζάκυνθο και ο οποίος ζούσε την περίοδο εκείνη στη Λάρισα. Κατασκευαστικά το Διοικητήριο ήταν ένα εντυπωσιακό διώροφο κτίριο με υπόγειο, κτισμένο σε σχήμα χαμηλού Π. Ήταν εξ ολοκλήρου οικοδομημένο από πέτρα και στην εξωτερική μορφή του κυριαρχούσαν σε έντονο βαθμό τα νεοκλασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Το εσωτερικό του αποτελούνταν από πολλά και ισομεγέθη δωμάτια, κατανεμημένα εν σειρά και από τις δύο πλευρές στους μακρόστενους διαδρόμους.
Με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας το 1881, και μετά την αποχώρηση των Τούρκων, το κτίσμα βρέθηκε σε άθλια κατάσταση. Από το ελληνικό Δημόσιο αρχικά οι χώροι του χρησιμοποιήθηκαν για στρατωνισμό και για τη στέγαση διαφόρων στρατιωτικών υπηρεσιών, όπως το στρατιωτικό ταχυδρομείο, κ.λπ. Το 1892 το κτίριο, αφού συντηρήθηκε και διαμορφώθηκε κατάλληλα, παραδόθηκε για χρήση στη Δικαιοσύνη και στέγασε τις δικαστικές υπηρεσίες της θεσσαλικής πρωτεύουσας, ενώ στο υπόγειο στριμώχθηκε το Δημόσιο Ταμείο.
Όμως στις 14 Ιανουαρίου 1905 μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε εντελώς ολόκληρο το κτίσμα και για τρία περίπου χρόνια παρέμεινε μόνον ο πέτρινος σκελετός του, σαν ένα σιωπηλό ερείπιο στο κεντρικότερο σημείο της αναπτυσσόμενης Λάρισας.
Την εποχή εκείνη η πυρκαγιά αυτή είχε συγκλονίσει την πόλη όχι μόνον για τον αφανισμό του κτιρίου και του εξοπλισμού του, αλλά και για την καταστροφή των αρχείων που περιείχε. Στις παλιές εφημερίδες διαβάζουμε συγκλονιστικές μαρτυρίες ανθρώπων που την έζησαν. Τα μισοκαμένα χαρτιά αιωρούνταν ψηλά από τη δίνη που προκαλούσαν οι φλόγες και με τον άνεμο ταξίδευαν και μάλιστα λένε ότι είχαν φθάσει μέχρι το ποτάμι. Και ενώ οι φλόγες δεν είχαν καλά-καλά σβήσει, πολλοί κάτοικοι, κυρίως νέα παιδιά, ανασκάλευαν τα ερείπια του υπογείου για να μαζέψουν τα μαυρισμένα από τη φωτιά νικέλινα κέρματα που βρίσκονταν στο Δημόσιο Ταμείο, πολλά από τα οποία μάλιστα είχαν παραμορφωθεί.
Όταν κόπασε η συγκίνηση από την καταστροφή του κτιρίου, άρχισαν οι έρευνες για να εντοπισθεί η αιτία της πυρκαγιάς και εφ' όσον επρόκειτο περί εμπρησμού, να ανευρεθούν οι δράστες. Ο καιρός περνούσε, αλλά οι ανακρίσεις δεν οδηγούσαν πουθενά. Εν τω μεταξύ στην πόλη κυκλοφορούσαν διάφορα σενάρια για τα αίτια της πυρκαγιάς.
--Το πιο διαδεδομένο ήταν ο εμπρησμός. Πολλοί πίστευαν ότι το κτίριο πυρπολήθηκε από ανθρώπους που είχαν συμφέρον να εκλείψουν επιβαρυντικά στοιχεία τα οποία θα απέβαιναν εις βάρος τους αν έφθαναν στο ακροατήριο. Και μάλιστα οι υποψίες στρέφονταν σε κάποιον υπόδικο από τα Τρίκαλα ή κατ’ άλλους από τα Φάρσαλα. Όμως οι ανακρίσεις δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι η πυρκαγιά του κτιρίου ήταν πράξη εμπρησμού.
--Άλλο σενάριο ήταν η αμέλεια. Κάποιος απρόσεκτος επισκέπτης ή υπάλληλος των Δικαστηρίων άφησε αργά το βράδυ αναμμένο τσιγάρο κοντά σε εύφλεκτα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να προκληθεί εν αγνοία του η πυρκαγιά. Αν σκεφθεί κανείς ότι την εποχή εκείνη τα μέσα πυρόσβεσης ήταν ανύπαρκτα και η κατασκευή των εσωτερικών χώρων και της οροφής του κτιρίου ήταν ξύλινη, δικαιολογείται η ταχύτατη εξάπλωσή της.
--Υπήρχε επίσης και μία άλλη, πολύ «προχωρημένη» φήμη, ότι τη φωτιά έβαλαν κάποιοι νεαροί φιλοπρόοδοι Λαρισαίοι για να ελευθερώσουν τον χώρο από το τουρκικό κτίριο και να προσφέρουν στην πόλη μια μεγάλη έκταση που να χρησιμεύσει για πλατεία[1]. Είναι γνωστό ότι μετά την απελευθέρωση η Δημοτική Αρχή, σε εφαρμογή του νέου Σχεδίου Πόλεως του 1882, εξαγόρασε σταδιακά όλα τα τουρκικά κτίσματα τα οποία βρίσκονταν στον υπόλοιπο χώρο κοντά στα δικαστήρια. Αυτά σταδιακά κατεδαφίστηκαν και πήρε μορφή πλατείας η κεντρική αυτή περιοχή της Λάρισας.
Η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό κείμενο και χρονολογείται στα 1906, απεικονίζει ένα μέρος, το βόρειο, του πυρπολημένου κτιρίου των Δικαστηρίων που έβλεπε προς την οδό Αλεξάνδρας (Κύπρου) και μας δίνει μια αμυδρή εικόνα της μεγάλης καταστροφής που είχε πλήξει το κτίριο. Γυμνοί τοίχοι, "σωροί λίθων και κονιαμάτων, ειδεχθή ερείπια"[2] κατά τις εφημερίδες, συσσωρεύονταν στην πλατεία. Εν τω μεταξύ ο καιρός περνούσε και η κατεδάφιση καθυστερούσε. "Διετία ολόκληρος έκλεισε προχθές, αφ' ότου - άγνωστον ακόμη πώς - το τόσον την κεντρικήν μας πλατείαν κοσμούν Δικαστικόν μέγαρον εγένετο παρανάλωμα του πυρός, και εν τούτοις ακόμη δεν ελήφθη καμμία πρόνοια περί των ερειπίων αυτού"[3].
Τελικά στις 8 Δεκεμβρίου του 1907 συντάχθηκε από τον Συμβολαιογράφο της Λάρισας Πανταζή Ν. Μουλούλη το Εταιρικόν αριθ. 2955 μεταξύ του Αναστασίου Οικονόμου και των Βασιλείου Μπεκιάρη, Βασιλείου Παπαδέδε, Κωνσταντίνου Οικονόμου, Δημητρίου Πουλιάδη, Πάτροκλου Σαβούρη και Νικολάου Οικονόμου[4], όλοι τους εργολάβοι δημοσίων και δημοτικών έργων της Λάρισας, βάσει του οποίου αποφασίσθηκε: "Ο μεν Αναστάσιος Οικονόμου ότι αναλαβών επί δημοπρασίας κατακυρωθείσης επ' ονόματί του ως τελευταίου πλειοδότου [...] την εντός τριών (3) μηνών κατεδάφισιν του εν τη πόλει Λαρίση πυρποληθέντος δικαστικού Μεγάρου αντί δραχμών δέκα χιλιάδων εξακοσίων (10.600), υπογράψας προς τούτο τας σχετικάς παρά του αντιπροσώπου του δημοσίου, ήτοι του Οικονομικού Εφόρου Λαρίσης ομολογίας ίσου ποσού". Διαχειριστές της εργοληψίας διορίσθηκαν οι Κωνσταντίνος Οικονόμου και Δημήτριος Πουλιάδης, οι οποίοι θα φρόντιζαν και για την εκποίηση των υλικών, ταμίας δε ο Κωνσταντίνος Οικονόμου. Οι τελευταίοι ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της κατεδάφισης υποχρεούνταν να λογοδοτήσουν τα της πορείας της κατεδάφισης, ο δε ταμίας να καταβάλλει τα αναλογούντα ποσά σε καθέναν από τους συμβαλλομένους[5].
Πραγματικά οι εργασίες κατεδάφισης προχώρησαν γρήγορα, γιατί καθώς διαβάζουμε στην "Μικρά" της 19ης Φεβρουαρίου 1908, δηλ. 2,5 περίπου μήνες μετά την υπογραφή του Εταιρικού: "Ένα τμήμα μικρόν της προσόψεως απομένει πλέον από τα κατεδαφιζόμενα Δικαστήρια της πόλεώς μας, τα οποία κατά τον Ιανουάριον του 1905 εγένοντο παρανάλωμα του πυρός, και η πλατεία "Θέμιδος" θέλει μεταβλήθή εις σωστήν ...Σαχάραν!"[6].
Μέσα στο 1908 λοιπόν οι αποτεφρωμένοι τοίχοι του Δικαστικού μεγάρου ισοπεδώθηκαν και ένας μεγάλος χώρος ελευθερώθηκε και αποδόθηκε στον Δήμο για να διευρύνει την πλατεία και να επιτρέψει την εφαρμογή του σχεδίου πόλεως το οποίο είχε αρχίσει να συντάσσεται από το 1882 και το οποίο ισχύει, με ορισμένες τροποποιήσεις, έως σήμερα. Με τον καιρό, γύρω απ’ αυτήν, που ονομάσθηκε Πλατεία Θέμιδος γιατί βρισκόταν μέσα στον χώρο της τα Δικαστήρια, δηλ. ο ναός της Θέμιδος, άρχισαν να κτίζονται μεγάλα και αισθητικά όμορφα κτίρια, τα οποία στόλισαν το κέντρο της πόλεως μέχρι το φοβερό για τη Λάρισα έτος 1941 (σεισμοί, κατοχή, βομβαρδισμοί, κ.λπ.).

Από τον Νίκο Παπαθεοδώρου
nikapap@hotmail.com

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1