Aποκριά στη Λάρισα στα τέλη του 19ου αιώνα

Δημοσίευση: 21 Φεβ 2018 18:00
Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα. Αριστερά, το νεοκλασικό κτίριο με το αέτωμα ήταν η Εθνική Τράπεζα (Εφημερίδα Καθημερινή) Η Κεντρική πλατεία της Λάρισας σε καρτ ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα. Αριστερά, το νεοκλασικό κτίριο με το αέτωμα ήταν η Εθνική Τράπεζα (Εφημερίδα Καθημερινή)

Σε όλη την Ελλάδα γιορτάστηκε η Αποκριά, μια γιορτή με μεγάλη ιστορία. Έχοντας τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα και τη λατρεία του Διονύσου, διαδόθηκε και αποτελεί σήμερα ένα πραγματικό ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα σύντομο ταξίδι στο χρόνο με αποκριάτικες αναμνήσεις από τη Λάρισα, λίγο πριν και λίγο μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους, βασισμένο στις Κυριακάτικες σημειώσεις του Πηνειού, αρθρογράφου της εφημερίδας Ελευθερία.

Οι Λαρισαίοι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας γιόρταζαν την Αποκριά με ασυνήθιστη ζωηρότητα και καλοπέραση. Δεν υπήρχαν τότε κοσμικά κέντρα και αίθουσες χορών και διασκεδάσεων. Αυτά υποκαθιστούνταν από φιλικές συγκεντρώσεις. Από την ημέρα του ανοίγματος του Τριωδίου μέχρι το ξημέρωμα της Καθαράς Δευτέρας τέσσερις ή περισσότερες οικογένειες συγκεντρώνονταν διαδοχικά σε συγγενικά και φιλικά σπίτια, για να ξεφαντώσουν. Εκεί όλοι οι συγκεντρωμένοι έτρωγαν τα φαγητά, που έφερναν μαζί τους, αλλά και τους εκλεκτούς μεζέδες, που προσέφερε ο οικοδεσπότης.

Το εκλεκτό ντόπιο κρασί, που έρρεε άφθονο, καθώς τότε πολλοί Λαρισαίοι ήταν αμπελοκτήμονες και οινοπαραγωγοί, απομάκρυνε –έστω για λίγο- τις σκοτούρες της πολυβασανισμένης ζωής τους και τους μετέφερε σε έναν άλλο κόσμο, όπου κυριαρχούσε η ξεγνοιασιά και η ανεμελιά, ενώ συγχρόνως η μυρωδιά από το καλοψημένο στη γάστρα κανταΐφι με το αγνό βούτυρο και τα ευωδιαστά παραγεμίδια ενίσχυε την επίπλαστη εικόνα της πρόσκαιρης ευημερίας και της αφθονίας. Κατά την ώρα του φαγητού, του οποίου προηγούνταν αγνό και εύγευστο ούζο με ποικίλα τουρσιά και θαυμάσια «σταφλαρμιά», εγχώρια όργανα (το κλαρίνο του καλλιτέχνη Σπύρου, το βιολί του μπάρμπα Γιάννη, και το λαγούτο του γέρου Τρούλη) έπαιζαν επιτραπέζια τραγούδια, μετά από αυτά ελληνικούς χορούς, των οποίων την έναρξη έκανε η οικοδέσποινα, και λίγους ευρωπαϊκούς χορούς (όπως σωτίς, μπόλκα, μαζούρκα κ.α). Το γλέντι με αδιάπτωτη ευθυμία και ποικίλα αστειότατα παιχνίδια και ευτράπελες φράσεις «χωρατατζήδων» συνδαιτυμόνων παρατείνονταν και μετά τα μεσάνυχτα, οπότε έφευγαν όλοι μαζί την ίδια ώρα, ενώ ο νεότερος κάθε οικογένειας κρατούσε αναμμένο φανό, για το φόβο της σύλληψής τους από την νυχτοφρουρά (καρά κόλι) για παράβαση της σχετικής αστυνομικής διάταξης.

Οι μασκαράδες την εποχή εκείνη ήταν πολύ λίγοι και εμφανίζονταν μόνο τις μεσημεριανές ώρες των δύο Κυριακών της Αποκριάς , ασκεπείς ως επί το πλείστον, φορώντας τα συνηθισμένα τους ρούχα από την εσωτερική τους πλευρά, αντί για γυαλιά λεμονόκουπες τρυπημένες με επιμέλεια και φλούδες κρεμμυδιών στο στόμα χαραγμένες σαν δόντια. Οι Τούρκοι και τα όργανα της τάξης σέβονταν τους μασκαράδες και όσες φορές μεταξύ των μεταμφιεσμένων υπήρχαν γυναίκες οι χωροφύλακες τις συνόδευαν από μακριά. Όλο το απόγευμα και μέχρι τη δύση του ηλίου γύρω από τους ναούς και κυρίως γύρω από τον Άγιο Νικόλαο -στην πίσω πλευρά του οποίου (στη θέση του Ειρηνοδικείου), βρίσκονταν τα προξενεία, ελληνικό, γαλλικό, αγγλικό και ρωσικό- συγκεντρώνονταν πλήθος κόσμου. Εκεί έριχναν οι ζωηροί νέοι τα φυσέκια ή τα πυροτεχνήματα, κάτι ανάλογο με ρουκέτες, τα οποία δεν ανέβαιναν στον ορίζοντα , αλλά σφυρίζοντας δαιμονιωδώς διέσχιζαν το πλήθος και έσκαζαν εν τέλει με εκκωφαντικότατο κρότο. Πολλές φορές οι αστυνομικοί έσπευδαν να συλλάβουν τους παρεκτρεπόμενους πυροτέχνες, αλλά εκείνοι έμπαιναν στα προξενεία, από όπου με συνοδεία τους διερμηνείς (κοβάσηδες) επέστρεφαν αργότερα ήσυχοι στα σπίτια τους. Την Καθαρά Δευτέρα πολύ νωρίς το πρωί οι νοικοκυρές μάζευαν τα «περισσεύματα των κλασμάτων» φαγητών και γλυκισμάτων, τα οποία έδιναν στις σπιτικές γύφτισσες, και επιδίδονταν στη συνέχεια στον καθαρισμό των σπιτιών τους. Το ίδιο έκαναν και οι κρεοπώλες στα κρεοπωλεία, τα οποία παρέμεναν κλειστά μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Μετά τη δύση του ηλίου στα προαύλια συνήθως των ναών ή και σε διάφορα σταυροδρόμια οι γείτονες άναβαν φωτιές γύρω από τις οποίες χόρευαν και δρασκέλιζαν τα μισοκαμένα ξύλα.

Η ίδια τακτική και παρόμοιες διασκεδάσεις επικράτησαν και μετά την απελευθέρωση της Λάρισας. Το 1886, επί δημαρχίας Διονύσιου Γαλάτη, καθιερώθηκε μεγάλος ετήσιος δημοτικός χορός, ο οποίος δινόταν στο νεόδμητο τότε Γυμνάσιο και μετέπειτα δικαστήριο. Σε αυτόν προσέρχονταν όχι μόνο Λαρισαίοι, αλλά και κάτοικοι άλλων πόλεων της Θεσσαλίας, ενώ απαγορεύονταν αυστηρά η είσοδος σε ανηλίκους. Τους χορούς, στους οποίους κυριαρχούσαν οι ελληνικοί, τους διηύθυναν συνήθως ανώτεροι αξιωματικοί, τα παραγγέλματα των οποίων εκτελούνταν πιστά από εκείνους που χόρευαν. Τις Απόκριες του 1893 οι τρεις αδελφοί του Αδαμ. Νικολαΐδη μαζί με άλλα γυμνασιόπαιδα κατασκεύασαν το άρμα του ήρωα Αχιλλέα να σέρνει τον νεκρό Έκτορα, ενώ το 1894 οι μηχανουργοί, αδελφοί Σαρίμβεη κατασκεύασαν μια τεράστια τράτα. Οι μασκαράτες αυτές, ακολουθούμενες από πλήθος πιτσιρίκων, διήλθαν τις πιο κεντρικές οδούς της Λάρισας κι ενθουσίασαν τα πλήθη.

Τα πρώτα έτη μετά την απελευθέρωση η Καθαρά Δευτέρα περνούσε σχεδόν απαρατήρητη. Μόνο μετά την παλιννόστηση από την Αθήνα και άλλα μέρη των προσφύγων (εξαιτίας της τουρκικής κατάληψης του 1897) άρχισαν να γιορτάζονται τα «Κούλουμα» με ελάχιστους ξενύχτηδες μασκαράδες και φρόνιμους χορούς, εν αντιθέσει με τον πανζουρλισμό και τις βωμολοχίες που ακούγονταν στο «Μπουρανί», έθιμο του γειτονικού Τυρνάβου.

Την οργάνωση των αποκριάτικων εκδηλώσεων του 1903 ανέλαβε ένα κομιτάτο, το οποίο διεξήγαγε τις Απόκριες Αθηναΐκώτατα. Η εξέδρα, που κατασκευάστηκε με τις χρηματικές προσφορές πολλών συμπολιτών και με δημοτική επιχορήγηση στην κεντρική πλατεία, γέμισε από πλήθος Λαρισαίων, οι οποίοι συνέρρευσαν για να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Πρώτο παρήλασε το άρμα της βασίλισσας της Αποκριάς και στη συνέχεια παρήλασαν οι μασκαράτες, ενώ ο χαρτοπόλεμος μαινόταν. Από τις μασκαράτες διακρίθηκαν: η τράτα με τα ζωντανά ψάρια των αδελφών Σαρίμβεη, η ανατολή του ηλίου του Χρήστου Κάρπου, το αεροπλάνο του Αλμπέρτου Σάντους-Ντουμό του Χρ. Μαργαρίτου ή Γιαμπαλούκα , το μενεξεδένιο αυτοκίνητο του ΙχσάνΒέη, ο Προμηθεύς επί του Καυκάσου, η άσπλαχνη Μάνα (συμβολική παράσταση της Θεσσαλίας που εγκαταλείφθηκε από την μητέρα Ελλάδα) κ.α. Η Ελλανόδικος επιτροπή τίμησε με σεβαστά χρηματικά βραβεία αρκετές μασκαράτες. Η επιτροπή του Κομιτάτου κατηγορήθηκε ότι εισάγει στην πόλη «καινά δαιμόνια» και σχολιάστηκε αρνητικά από το κοινό, γι’ αυτό και η προσπάθεια παρόμοιας διοργάνωσης το επόμενο έτος απέτυχε ολοκληρωτικά στη Λάρισα.

Τα πολεμικά γεγονότα που ακολούθησαν μείωσαν τη ζωηρότητα του εορτασμού της Αποκριάς, εν τούτοις κωμικές μασκαράτες, όπως ο γύφτικος γάμος της παρέας του Γιώργου Μπαρούτα, ο περίφημος γιατρός των αμίμητων Στάμου και Ρίζου Μπουρνόβα και η απαραίτητη γκαμήλα, ήταν ενδεικτικές της αποκριάτικης περιόδου.

Πηγή

Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Λάρισα. ‘Ετος 16, Αριθ. Φύλ.5181

Από την Κωνσταντινιά Πατσή*

*Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι διευθύντρια του ΓΕ.Λ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1