Απόγευμα Κυριακής

Δημοσίευση: 30 Δεκ 2018 16:31
Η Κεντρική πλατεία στις δεκαετίες 1950-1960. Φωτογραφία του Νικολάου Στουρνάρα, η οποία απεικονίζει τη νοτιοδυτική πλευρά της, την οδό Κούμα και τα κτίριά της Η Κεντρική πλατεία στις δεκαετίες 1950-1960. Φωτογραφία του Νικολάου Στουρνάρα, η οποία απεικονίζει τη νοτιοδυτική πλευρά της, την οδό Κούμα και τα κτίριά της

Στα μισοσκότεινα χρόνια της μισοφωτισμένης πόλης μας, ο κινηματογράφος ήταν το φθηνότερο μέσο ομαδικής ψυχαγωγίας. Και ταλαιπωρίας. Ιδίως τα κυριακάτικα απογεύματα.

Για να μπεις στην αίθουσα, έπρεπε, λόγω κοσμοσυρροής, να σταθείς με τις ώρες στην ουρά: Να εξέλθουν "οι πρωινοί" θεατές, ν' ανοίξουν οι πόρτες για να αεριστεί η αίθουσα και να εισέλθουν, πατείς με πατώ σε, οι επόμενοι. Πατείς με πατώ σε στην κυριολεξία. Ως και η Πυροσβεστική καλούνταν ενίοτε, για να απομακρύνει τον κόσμο που στριμωχνόταν στο ταμείο και τις προθήκες, χαζεύοντας τις φωτογραφίες των ηθοποιών. Τα «συγνώμη», τα «με συγχωρείτε» και τα «sorry», έδιναν και έπαιρναν. Στον κινηματογράφο και στη βόλτα, μπορούσες να δείξεις και να επιδείξεις τα σολιασμένα παπούτσια, το μεταποιημένο κουστούμι, την ξεφτισμένη γραβάτα οι νεαροί, το ατσαλάκωτο φόρεμα από ταφτά ή σατέν ή μουσελίνα, τα κορίτσια.

Ο ΟΡΦΕΥΣ, ο κινηματογράφος, βρισκόταν στην ανατολική πλευρά της Κεντρικής πλατείας -μία και μοναδική ήταν και είναι, αν και όχι μοναδική ούτε και τόσο κεντρική πια, η μεγάλη μας πλατεία. Απέναντι ο θερινός ΤΙΤΑΝΙΑ. Γύρω τα ζαχαροπλαστεία. Το απόγευμα της Κυριακής θεωρούνταν ανεπίσημα, οι επίσημοι χώροι συνάντησης των κοινωνικών τάξεων. Εκεί, στη βόλτα και στα ζαχαροπλαστεία, εξελίσσονταν οι γνωριμίες και ωρίμαζε το προξενιό. Αν έβρεχε μία Κυριακή, η πλατεία ερήμωνε, η βόλτα αναβαλλόταν κι όλες οι προετοιμασίες πήγαιναν στράφι. Οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να περιμένουν την άλλη Κυριακή, για να συναρμολογήσουν τα σπασμένα κομμάτια, να ξαναβρούν το κομμένο νήμα οι κρυφές ματιές και να συμπληρωθούν οι προτάσεις που προβάρονταν όλη τη βδομάδα, με προορισμό το αγαπημένο πρόσωπο. Οι εύτακτοι εμποροϋπάλληλοι, οι πιλοφορούντες γυμνασιόπαιδες, οι φωνακλάδες οικοδόμοι, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι σεμνές μαθήτριες με τις γαλάζιες ποδιές, οι ταπεινές υφάντρες, οι ονειροπόλες κορδελιάστρες, όλες, όλοι περίμεναν την άλλη Κυριακή, για να ολοκληρώσουν αυτό που άφησαν στη μέση την προηγούμενη. Να αναθερμανθούν οι σχέσεις. Σχέσεις και φιλίες που από μια αδέξια, αψυχολόγητη κίνηση, θρυμματίζονταν για πάντα.

Βγαίνοντας, το σούρουπο οι θεατές από το σινεμά, χωνεύονταν στη βόλτα. Το σούρουπο ερχόταν στην ώρα του. Ήσυχα. Αθόρυβα. Στις πέντε τον χειμώνα. Στις οχτώ το καλοκαίρι. Η ώρα κυλούσε ομαλά. Αβίαστα. Δεν άλλαζε. 'Ολα λειτουργούσαν όπως τα δημιούργησε ο Θεός. Κατά τις εφτά ακουγόταν από το Φρούριο, η σάλπιγγα που σήμαινε την υποστολή της σημαίας. Οι περιπατητές σχεδόν ακινητοποιούνταν. Μέχρι το τέλος της ολιγόλεπτης τελετής. Ώσπου το άγημα περνούσε μπροστά από την πλατεία με κατεύθυνση τους στρατώνες και η βόλτα ξανάρχιζε. Πάνω κάτω, πέρα δώθε. Διακόσια μέτρα επί τρεις ώρες... Γι΄ αυτό ήμασταν όλοι τετράπαχοι.

Έτσι ήταν η ζωή και η διασκέδαση τότε, (δηλαδή χτες), που αν είχες ραδιόφωνο ήσουν προνομιούχος. Κι όσοι δεν είχαν, οι περισσότεροι, περνούσαν όλο το απόγευμα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, έξω από το βιβλιοπωλείο του Δημητρακόπουλου, κοντά στην ένδοξη κι αυτό πλατεία μας ευρισκόμενο, για να ακούσουν τους κερδίζοντες αριθμούς του λαχείου Συντακτών. Έχοντας αποστηθίσει τον αριθμό του δικού τους λαχείου, που το είχαν φυλαγμένο ψηλά στα εικονίσματα, ανοιχτό δύο μήνες τώρα, για να βλέπει τον αριθμό η Παναγία και η Τύχη. Το ραδιόφωνο, η βόλτα, τα ζαχαροπλαστεία κι ο ΟΡΦΕΥΣ, που έπαιζε εκείνες τις αθάνατες ελληνικές και ινδικές ταινίες, και η φτώχεια κι όχι μόνον αυτή, μπορούσε με τρεις δραχμές, ανοίγω παρένθεση: Εγώ μια χρονιά, Χριστούγεννα ήταν, δωροδόκησα με μισό μέτρο λουκάνικο τον ελεγκτή της εισόδου, για να μ' αφήσει να δω το πρώτο μέρος της εξάωρης ταινίας «Φου Μαντσού». Το λουκάνικο ήταν παραγωγής δικής μας, από το γουρούνι μας, που το τρέφαμε από τον Μάρτη ως τον Δεκέμβρη, στο μεγάλο οικόπεδο του θείου μου του Τσιρούκη, που μας παραχώρησε ένα οίκημα για να μείνουμε όταν ήρθαμε στην πόλη. Εκατόν δεκαπέντε οκάδες έγινε εκείνη τη χρονιά -η τελευταία χρονιά που μεγαλώσαμε γουρούνι. Παχύτατο, ευτραφέστατο, ασήκωτο, με τις γκρίνιες του, το λίπος του, τις τσιγαρίδες του, τα λουκάνικα, τις μπριζόλες. Τη φούσκα του. Πεντακάθαρο κρέας. Χωρίς διοξίνες, χωρίς τοξίνες, χωρίς ασθένειες.

Μα ο χώρος στένεψε, οι αυλές μίκρυναν, οι αλάνες περιορίστηκαν, οι άνθρωποι πολλαπλασιάστηκαν. Στα οικόπεδα υψώθηκαν πολυώροφες οικοδομές για να χωρέσουν. Νόμοι απαγόρεψαν τη συνύπαρξη γουρουνιών και ανθρώπων. Και βέβαια στη βεράντα του διαμερίσματος δεν μπορούσες να μεγαλώσεις ένα γουρούνι, από τον Μάρτη ως τον Δεκέμβρη, ώσπου να γίνει εκατόν δεκαπέντε οκάδες ή ανάλογα κιλά. Τη θέση αυτή πήραν τα σκυλιά. Κλείνω την παρένθεση, κι η φτώχεια κι όχι μόνον αυτή, διασκέδαζε με τρεις δραχμές, κλαίγοντας με απελπισία ένα ολόκληρο, μεγάλο, κυριακάτικο απόγευμα.

Με κεντημένα μαντηλάκια στο χέρι οι δεσποινίδες, υγρά από δάκρυα και μύξες. Αναφιλητά και κλάματα βουβά οι μαμάδες, που συνόδευαν τις κόρες. Στεναγμοί, αχ και βαχ οι ασχημάτιστες κοπελίτσες με το κολλητό στο τριζάτο σώμα τους τσιτάκι. Και ήταν εκείνο το απλό φόρεμα, το σεμνό και κολλητό και φτωχικό, πιο πλούσιο και πιο προκλητικό απ' όλες τις πατ αστρακάν και τις βιζόν που με αυτές ήταν φορτωμένες οι κοσμικές κυρίες της απέναντι λέσχης. Μόνον οι φέρουσες αυτά τα τσιτάκια δεσποινίδες, αυτές οι μικρές φοραδίτσες, αυτά τα απέριττα λουλούδια που φύτρωναν στις γειτονιές και πήγαιναν τα απογεύματα της Κυριακής με τη μαμά στον λαϊκό ΟΡΦΕΑ, δεν ήξεραν, ακόμα, τι στολίδια ήταν, τι αναστάτωση προκαλούσαν, παντού απ' όπου περνούσαν.

Με το τέλος της ταινίας και της βόλτας, ολοκληρωνόταν η μεγάλη γιορτή της Κυριακής αργίας. Τα καλά κορίτσια επέστρεφαν στο σπίτι αγκαζέ με τη μαμά. Τα άλλα, αργότερα.

Η όμορφη πόλη μας, με την τρισένδοξη πλατεία! Πόσο άλλαξε. Η πλατεία. Ο ΟΡΦΕΥΣ κατεδαφίστηκε. Η ΤΙΤΑΝΙΑ επίσης. Στα ζαχαροπλαστεία δεν κλείνονται προξενιά. Στα παγκάκια κάθονται άγνωστα πρόσωπα. Οι παλιοί έχουν λακίσει. Θα 'μεναν δε θα ΄μεναν καμιά εκατοστή. Άντε εκατόν ένας με μένα. Οι λοιποί οδεύσανε προς τα παλιοντούλαπα. Μόνο οι προτομές των ηρώων παραμένουν ασάλευτες στη βάση τους με μια κουτσουλιά στη μύτη.

 Τώρα πώς προέκυψε, ενώ η μισή Ελλάδα ζει στον ρυθμό της καταβολής των αναδρομικών, να κάνω εγώ αναδρομή στο παρελθόν, ερευνητέον. Εγώ για τη βόλτα στην πλατεία ήθελα να μιλήσω. Αλλά κουβέντα στην κουβέντα νυχτώσαμε.

* Από τον Νίκο Κύρκο

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

ΕΔΑ ΘΕΣΣ
INTERCOMM FOODS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1