ΛΑΡΙΣΑ. Μία εικόνα, χίλιες λέξεις…

«Θεριστάδες - Πηνειός» του Αγήνορα Αστεριάδη

Δημοσίευση: 19 Μαϊ 2019 17:00
"Θεριστάδες. Πηνειός". Ελαιογραφία του Αγήνορα Αστεριάδη. 1924  Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας. Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα "Θεριστάδες. Πηνειός". Ελαιογραφία του Αγήνορα Αστεριάδη. 1924 Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας. Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα

Ξεφυλλίζοντας αυτές τις ημέρες παλιές εφημερίδες της Λάρισας - σχεδόν καθημερινή συνήθεια - έπεσα πάνω σε ένα κείμενο δημοσιογράφου με το ψευδώνυμο "Ολύμπιος"[1]..

Ο τίτλος του "Όταν κατέβαιναν οι Γκέκηδες για θέρο". Όταν το διάβασα μου ήλθε στο νου ο πίνακας του Αγήνορα Αστεριάδη «Οι Θεριστάδες. Πηνειός»[2]. Όποιος μελετήσει προσεκτικά αυτό το έργο του συμπολίτη μας ζωγράφου θα κατανοήσει εύληπτα ένα μέρος της αγροτικής ζωής της τοπικής μας ιστορίας, όπως είχε ξεκινήσει από τα παλιά χρόνια και κράτησε μέχρι της παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επειδή οι θεριστάδες είναι σήμερα ένα άγνωστο επάγγελμα, που όμως στις αρχές του καλοκαιριού το εξασκούσαν τότε κάπου δύο χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι κατέκλυζαν τη Λάρισα, θα κάνουμε γι’ αυτούς μια σύντομη αναφορά στο σημερινό σημείωμά μας, με βάση το έργο του Αγήνορα Αστεριάδη.

Στις αρχές Ιουνίου κάθε χρόνο μεγάλες ομάδες εργατών κατηφόριζαν από την Αλβανία και τη Δυτική Μακεδονία προς τη Θεσσαλία για να δουλέψουν στον θερισμό. Οι ντόπιοι τους ονόμαζαν Γκέκηδες[3] Όλοι αυτοί ξεκινούσαν το πολυήμερο ταξίδι από τους τόπους της μόνιμης διαμονής τους με τα πόδια για να μην ξοδευτούν, και μάλιστα για να συντομεύσουν την απόσταση ακολουθούσαν δύσβατα μονοπάτια (γιδόστρατες). Μετέφεραν υπομονετικά στην πλάτη τους έναν μπόγο με χράμια, μέσα στον οποίο υπήρχαν δρεπάνια και κοσιές[4] για τη δουλειά τους, λίγα ατομικά αντικείμενα, το φαγητό για τις ημέρες του ταξιδιού τους και ένα μεγάλο ξύλινο δοχείο, τη βουτσέλα, την οποία γέμιζαν με νερό από τις βρύσες που συναντούσαν στον δρόμο τους.

Επικεφαλής των ομάδων αυτών (μπουλούκια) ήταν ο μπουλούκμπασης, ένας από τους εργάτες ο οποίος είχε ηγετικές ικανότητες και έκλεινε τις συμφωνίες όταν έφθαναν στον προορισμό τους με τους ενδιαφερόμενους μεγαλοκτηματίες. Όταν μετά από μέρες έφθαναν στη Λάρισα, συγκεντρώνονταν στα πεζοδρόμια της οδού Μακεδονίας (Βενιζέλου) στην περιοχή του Τσούγκαρι[5], τα πεζοδρόμια της οποίας χρησιμοποιούσαν ως τόπο της προσωρινής τους διαμονής. Μερικοί προτιμούσαν τις δροσερές όχθες του Πηνειού. Παρ’ ότι η περιοχή του Τσούγκαρι ήταν γεμάτη πανδοχεία (χάνια), για λόγους οικονομίας προτιμούσαν αυτές τις ανέξοδες λύσεις. Ο αρχηγός τους αναζητούσε τους γαιοκτήμονες ή τους αντιπροσώπους τους, με τους οποίους έπειτα από παζάρια κατέληγαν σε συμφωνία για τη μίσθωση των θεριστάδων.

Όταν ερχόταν η ώρα για να αρχίσουν τη δουλειά, προχωρούσαν σε κάτι περίεργο και ασυνήθιστο για εργάτες. Πήγαιναν στα κουρεία που αφθονούσαν στην περιοχή και έκαναν αφαιμάξεις. Αυτό γινόταν για να προφυλαχθούν από τον κίνδυνο υπέρτασης, γιατί η μεγάλη ζέστη που επικρατούσε κατά την ώρα της εργασίας προδιέθετε για κάτι τέτοιο[6]. Όταν άρχιζαν τη δουλειά φορούσαν λευκές μακριές πουκαμίσες και πλατύγυρα σκιερά καπέλα. Ο θερισμός γινόταν με δρεπάνια, τα οποία έφεραν μαζί τους οι θεριστάδες. Το πρωί έμεναν νηστικοί για να έχουν ελαφρό το στομάχι και περιορίζονταν στο μεσημβρινό φαγητό, το οποίο ήταν λιτό και το ονόμαζαν «σκορδάρι». Παρασκευαζόταν σε τεράστια καζάνια, μέσα στα οποία έριχναν μεγάλες ποσότητες ξύδι, αραιωμένο με νερό και πρόσθεταν στουμπισμένα σκόρδα, δυόσμο και μαϊντανό. Με τον ζωμό αυτό γέμιζαν τα κατσαρολάκια που κουβαλούσαν μαζί τους, μέσα στα οποία έτριβαν μεγάλα κομμάτια από ξερό ψωμί. Το ιδιόμορφο αυτό φαγητό περιόριζε τη δίψα και μείωνε την πείνα τους.

Η καθημερινή αυτή διαδικασία κρατούσε όσο διαρκούσε ο θερισμός. Μετά οι περισσότεροι επέστρεφαν με τον ίδιο τρόπο στις πατρίδες τους, γιατί το αλώνισμα δεν απαιτούσε πολλά χέρια. Όταν λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο ο θερισμός μηχανοποιήθηκε, οι θεριστάδες εξαφανίστηκαν.

Το έργο του Αγήνορα Αστεριάδη (1898-1977) που συνοδεύει το σημερινό κείμενο έχει τίτλο «Θεριστάδες. Πηνειός» και το ζωγράφισε το 1924, δηλαδή θεωρείται ότι ανήκει στα πρώιμα έργα του. Η καλλιτεχνική πορεία του Αστεριάδη είναι γνωστή. Αναφέρουμε μόνο ότι τον Σεπτέμβριο του 1950 διοργάνωσε μία από τις πολλές εκθέσεις του στη Λάρισα, σε χώρο δίπλα από το φαρμακείο του αδελφού του Αγαμέμνονα[7] στην Κεντρική πλατεία.

Στον πίνακα δεξιά σε πρώτο πλάνο απεικονίζονται τέσσερις θεριστάδες με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες τους και τον χαρακτηριστικό κεφαλόδεσμο. Πίσω τους προβάλλει το βασικό εργαλείο της δουλειάς, το δρεπάνι και ένας μάλλινος πλεκτός σάκος.

Από μια ευρηματική γωνία καταγραφής, ο καλλιτέχνης αποτυπώνει κάτω την πολύτοξη γέφυρα του Πηνειού και το ποτάμι με τις όχθες του. Αριστερά στην είσοδο της γέφυρας, μπροστά σε μια δεξαμενή διακρίνονται δύο ιππήλατα οχήματα φορτωμένα με βαρέλια, τα οποία γεμίζονται με νερό από τη δεξαμενή, η οποία το αντλεί από την κοίτη.

Στην έξοδο της γέφυρας ο Αστεριάδης έχει ζωγραφίσει ένα μικρό σπιτάκι, τον «φόρο». Εκεί όσοι μετέφεραν στην πόλη προϊόντα προς πώληση από την πύλη του Τυρνάβου, πλήρωναν τα λεγόμενα «Διαπύλια Τέλη», έσοδα τα οποία αποδίδονταν στον Δήμο.

-----------------------------------------------------

[1]. "Ολύμπιος" ήταν το ψευδώνυμο ενός δημοσιογράφου ο οποίος έγραφε στην εβδομαδιαία εφημερίδα "Λάρισα" διάφορα ιστορικά και σκωπτικά κείμενα από τη ζωή της παλιάς Λάρισας. Η εφημερίδα αυτή άρχισε να κυκλοφορεί κατά τη διάρκεια της επταετίας κάθε Δευτέρα, από τις 8 Απριλίου 1968. Κάτω από το όνομα αυτό κρυβόταν ο γνωστός δημοσιογράφος, πρώην διευθυντής της εφημερίδας "Ελευθερία" και πρώην βουλευτής Κώστας Περραιβός (1907-1983), τον οποίο η επικρατούσα κατάσταση δεν του επέτρεπε να δημοσιογραφεί ελεύθερα. Με την μεταπολίτευση εξακολούθησε να διατηρεί το ίδιο όνομα, αφού από την πρώτη ακόμα στιγμή ήταν σε όλους γνωστό ποιος κρυβόταν πίσω απ' αυτό το ψευδώνυμο.

[2]. Ο πίνακας βρίσκεται στην Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα και έχει δημοσιευθεί στο μεγάλο λεύκωμα που εκδόθηκε από την Πινακοθήκη με τίτλο: Η Συλλογή Γ. Ι. Κατσίγρα, Λάρισα (2005) σελ. 159. Βέβαια εδώ η ασπρόμαυρη αναπαραγωγή τον αδικεί.

[3]. Γκέκηδες ονομάζονταν όσοι ανήκαν στην ομώνυμη αλβανική φυλή. Ήταν εγκατεστημένοι στα βόρεια της Αλβανίας. Όσοι έρχονταν στη Λάρισα, προέρχονταν κυρίως από τα τουρκοχώρια της περιοχής της Κοζάνης και κυρίως από τα Καϊλάρια, την σημερινή Πτολεμαΐδα.

[4]. Οι κοσιές ήταν μεγάλα κυρτά μαχαίρια με φαρδιά ατσάλινη λάμα μεγάλης αντοχής.

[5]. Τσούγκαρι ονομάζεται ακόμα και σήμερα από τους παλιούς Λαρισαίους η περιοχή η οποία οριζόταν περίπου από τους σημερινούς δρόμους Ηφαίστου, Μανωλάκη, μέχρι το ποτάμι και βόρεια μέχρι τα υψώματα του λόφου του Φρουρίου.

[6]. Ας μην ξεχνάμε ότι κάτι τέτοιο γινόταν μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες για θεραπευτικούς σκοπούς, σε ανθρώπους που έπασχαν από υπέρταση.

[7]. Βλέπε: εφ. "Ελευθερία", φύλλο της 28ης Σεπτεμβρίου 1950. Εκφράζω ευχαριστίες στον Βαγγέλη Ρηγόπουλο για την παραχώρηση της δημοσίευσης.

 

 

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

nikapap@hotmail.com

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

ΕΔΑ ΘΕΣΣ
INTERCOMM FOODS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1