Λίγες λέξεις - έννοιες της Τουρκοκρατίας

Δημοσίευση: 02 Σεπ 2021 16:50

Ενώ άλλοι «ψήνονταν» εκείνη τη μέρα -λίγο πριν το κύμα καύσωνος και τις πυρκαγιές- στις παραλίες, κάτω από τον καυτό ήλιο με τους σαράντα βαθμούς και βάλε, εμείς εδώ, στην ταβέρνα της ρεματιάς, με φόντο το καταρρακτάκι πίσω μας, απολαμβάναμε το γλυκό απομεσήμερο, δοκιμάζοντας όλα τα γευστικά καλούδια.

Όταν κάποιος από τους πελάτες του καταστήματος μας πλησίασε και αυτοσυστήθηκε, το επώνυμό του, μας γύρισε πολλές δεκαετίες πίσω. Ήταν τότε, που μαθητής του Γυμνασίου, παραμονές Χριστουγέννων, συνόδευα τον πατέρα μου στο κρεοπωλείο φίλου του, στην οδό Παλαιστίνης, στους έξι δρόμους, για να προμηθευτούμε τα κρέατα των γιορτών. Φορτωμένος με τις σακκούλες που περιείχαν και αρκετό κόκαλο για τις σούπες, επέστρεφα στο σπίτι, περήφανος για τη μικρή συμβολή μου στο γιορτινό τραπέζι των ημερών.
Το επώνυμο του ανθρώπου μας με πήγε πίσω στις ρίζες του αμέσως, αφού είναι τουρκικής προέλευσης. Παραθέτω εδώ κάποιες λέξεις - έννοιες, οι οποίες έγιναν επώνυμα των υπόδουλων Ελλήνων κατά τη διάρκεια των 4-5 αιώνων της Τουρκοκρατίας. Είναι μια πολύ μικρή συλλογή λέξεων - εννοιών με τις εκδοχές τους, οι οποίες καταγράφηκαν και σώθηκαν μέσα από τη δημοτική μας ποίηση και τα απομνημονεύματα των ηρωικών αγωνιστών του 1821. Είναι τα λεγόμενα «δάνεια», τα οποία πήραμε και τα εντάξαμε στο λεξιλόγιό μας και δεν λέμε να τα αντικαταστήσουμε π.χ. σόι, μπόι, τσίσα, τενεκές, ρουσφέτι, μπακάλης, χασάπης κ.ά.
Ασλάνι (aslan). Το λιοντάρι, το γενναίο παλικάρι, αλλά και παλιό νόμισμα με τη μορφή λιονταριού. Ο Ρήγας Φεραίος εκτιμώντας τη γενναιότητα των Αιγυπτίων πολεμιστών, στον Θούριό του, τους παρακινεί να ξεσηκωθούν εναντίον των Οθωμανών Τούρκων, λέγοντας: «Του Μισιριού (Αιγύπτου) ασλάνια / για πρώτη φορά σας δουλειά / δικόν σας έναν μπέη / να κάμετε βασιλιά».
Βεδούρα. Σλαβικό δάνειο. Ξύλινο σκεύος (δοχείο) των κτηνοτρόφων όπου έπηζε το γάλα για να γίνει γιαούρτι. Ο Θ. Κολοκοτρώνης χαρακτηρίζει τη νοικοκυρά της οποίας το σπίτι δεν ήταν και τόσο καθαρό «άπλυτη βεδούρα».
Βελέσι. Βενετ. δάνειο. Το μεσοφόρι των νέων γυναικών, το οποίο χαρακτήριζε την κοπέλα εκείνη η οποία φρόντιζε ιδιαιτέρως την εμφάνισή της. «Άσπρη φούστα και βελέσι» λέει ο ποιητής.
Γαζέπι. (περσ. gazap). Ο μεγάλος θυμός, η συμφορά, η θεομηνία, πέφτω σε δυσμένεια και πρόκειται να με εξοντώσουν. Στο κλέφτικο τραγούδι, «Οι γυναίκες των Λαζαίων», της οικογένειας ονομαστών κλεφταρματολών του Ολύμπου, οι συμπολεμιστές, λένε: «Μας χάλασε ο Βελή Πασάς μας πήρε το γαζέπι / μας πήρε τις γυναίκες μας, μας πήρε τα παιδιά μας», ενώ ο Αλή Πασάς σ’ ένα άλλο δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να λέει: «Ο βασιλιάς (Σουλτάνος) μ’ οργίσθηκε, με πήρε το γαζέπι».
Γεμενί (Yemeni). Μεταξωτό χρωματιστό κεφαλομάντηλο, αλλά και ελαφρά δερμάτινα παπούτσια - παντόφλες. «Μαύρο γεμενί με λένε σαν με χάσεις γύρευέ με», λέει ένα δημοτικό τραγούδι. Στον δίσκο «Μικρά Ασία», του Απ. Καλδάρα και του Κωνσταντινουπολίτη Πυθαγόρα, ακούγεται κι αυτό το τραγούδι: «Πίνουνε ρακί, τρώνε παστουρμά και χτυπάνε τα ποδάρι με τα γεμενιά».
Γιαράς (yara). Το τραύμα, η πληγή, η λαβωματιά. Ο Γ. Καραϊσκάκης, σ’ ένα δημοτικό τραγούδι, λέει για τον τραυματισμό του κατά την πολιορκία της Ακρόπολης που θα κατέληγε στον θάνατό του: «Εγώ θα πάω στην Κούλουρη (Σαλαμίνα όπου ήταν το νοσοκομείο), να γιάνω τον γιαρά μου».
Γκιζέρι. Περίπατος, περιπλάνηση. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης λέει για τους αγωνιστές μετά την απελευθέρωση: «Οι αγωνισταί και οι χήρες των σκοτωμένων…. γκιζερούν εις τους δρόμους ξυπόλητοι και λένε ψωμάκι»…
Ζαϊρές (zahire). Προμήθειες, τρόφιμα, ζωοτροφές. «Αυτείνοι είχαν σκοπόν την αυγήν να μας κλείσουν και χωρίς πολεμοφόδια και ζαϊρέν θα κινδυνεύαμεν», λέει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του.
Ζαμπούνι (zabun). Αρρώστια, ο καχεκτικός. Ο Γ. Καραϊσκάκης, σ’ ένα γράμμα του προς την οικογένειά του λέει να προσέχουν και να περιποιούνται το άλογό του για να μην κακοπάθει: «Να το ταγίζετε όμορφα, να μην ζαμπουνεύει το άτι».
Ζιαφέτι (ziyafet). Το φαγοπότι, το γλέντι, το συμπόσιο. Ένα δημοτικό τραγούδι της περιοχής του Ολύμπου, όταν έφεραν το κεφάλι κλεφταρματολού στον Πασά, λέει: «Έγινε τρεις μέρες πιαφέτι».
Κασαβέτι (kasavet). Η θλίψη, η λύπη. «Κι απ’ αυτό το κασαβέτι πέθανε κι ο καημένος ο Ζαΐμης», λέει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του.
Μερτζάνι (mercan). Το κοράλλι. «Έχει τον ήλιο πρόσωπο, τα χείλη της μερτζάνι», λέει το δημοτικό τραγούδι.
Μπαρμπούτι (barbut). Τυχερό παιχνίδι με ζάρια, αλλά και χρυσό νόμισμα. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη «Διήγηση συμβάντων», λέει: «Ο Μπραΐμης (Ιμπραήμ Πασάς), έδωσε ενός Ρωμιού 300 μπαρμπούτια για να μάθει πού είμαι».
Μπαρούτι (barut). Ελληνικό αντιδάνειο προερχόμενο από τον πυρίτη λίθο. Στα χρόνια της Επανάστασης οι ανάγκες σε μπαρούτι καλύπτονταν από τους μπαρουτόμυλους της Δημητσάνας, στην Αρκαδία. Ο Θ. Κολοκοτρώνης, λέει: «Μπαρούτι είχαμε, έκανε η Δημητσάνα».
Χαΐνης (hain). Ο αντάρτης εναντίον των Τούρκων, αυτός που έπαιρνε τα βουνά στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στην τουρκική εκδοχή χαΐνης είναι ο προδότης, ο αποστάτης. Αργότερα η λέξη πήρε την έννοια του ανυπότακτου, του επαναστάτη της Κρήτης.
Χαράτσι (Harac). Κεφαλικός φόρος τον οποίον πλήρωναν όλοι οι Χριστιανοί πολίτες άνω των 12 ετών στους Οθωμανούς για το δικαίωμα της ζωής. Κάθε χρόνο εξαγόραζαν τη ζωή τους πληρώνοντας φόρους και παίρνοντας την άδεια (χαρτί διαφορετικού χρώματος κάθε χρόνο), όπου αναγράφονταν το απάνθρωπο: «Ο φέρων το παρόν έχει την άδεια να φέρει για ένα έτος την κεφαλήν επί των ώμων του»… (Νικ. Φιλιππίδης 1900. Επίτομος Ιστορία του Ελλην. Έθνους). Διαδίκτυο.
Όπως η τουρκο-αραβο-περσική γλώσσα με τις λέξεις-δάνεια μπήκε, θέλοντας και μη, στην ελληνική κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, έτσι και η ελληνική έδωσε και τις δικές της -εκτός, όλων των τεχνικών και επιστημονικών όρων- με τη μορφή του αντιδανείου. Αντιδάνεια είναι εκείνες οι λέξεις που γεννήθηκαν στην Ελλάδα κι αφού ταξίδεψαν, τις πήραν οι Τούρκοι κι επέστρεψαν στην πατρίδα τους φυσικά αλλοιωμένες π.χ. μπαρούτι, καλέμι (Κάλαμος), καλούπι (καλάπους, καλαπόδι), πελτές (πολτός), φιντάνι (φυτόν), φιστίκι (πιστάκιον), αμπάρι (εμπόριο), αφιόνι (όπιο) κ.λπ.

 

Ν. Σαραντάκος. Λέξεις που χάνονται 2013 ΤΟ ΒΗΜΑ
Τάσος Πουλτσάκης. Θεσσαλ. Επώνυμα τουρκικής προέλευσης 2016 ανέκδοτο

 

Από τον Τάσο Πουλτσάκη

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

INTERCOMM FOODS
Μείνε μαζί μας

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1