ΙΧΝΗΛΑΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΛΑΡΙΣΑ

Ο Louis Dupré επισκέπτεται την περιοχή της Λάρισας [1819] – Α’

Δημοσίευση: 07 Φεβ 2024 16:00
«Un Giahour» [«Ένας Γκιαούρης»]. Έργο του Louis Dupré τη στιγμή  που ζωγραφίζει έναν άπιστο χριστιανό και η αυτοπροσωπογραφία του. 1821 «Un Giahour» [«Ένας Γκιαούρης»]. Έργο του Louis Dupré τη στιγμή που ζωγραφίζει έναν άπιστο χριστιανό και η αυτοπροσωπογραφία του. 1821

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)

Ανάμεσα στους πολλούς ξένους περιηγητές οι οποίοι επισκέφθηκαν τον ελληνικό χώρο στο πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα, ο Louis Dupré ξεχωρίζει όχι τόσο για την πληρότητα των ταξιδιωτικών του εντυπώσεων, όσο για το επιβλητικό και καλαίσθητο εικονογραφικό υλικό που συνοδεύει το έργο του.

Όμως, η έκδοσή του σε τεύχη κατά αραιά χρονικά διαστήματα (η ολοκλήρωσή του κράτησε πάνω από δέκα χρόνια), το υπερβολικά μεγάλο σχήμα σε λυτές σελίδες, η προϊούσα μεγάλη αύξηση της τιμής των μεμονωμένων τευχών και ο πρόωρος θάνατος του ζωγράφου-συγγραφέα, είχαν ως αποτέλεσμα στη χώρα μας το πολύτιμο αυτό έργο να παραμείνει άγνωστο στους περισσότερους και μόνο σποραδικές αναφορές στο κείμενο και εικαστικές αναπαραγωγές των λιθογραφιών είχαμε κατά καιρούς από ειδικούς επιστήμονες και ερευνητές, οι οποίοι κατέφευγαν στο πρωτότυπο έργο που υπήρχε στις μεγάλες βιβλιοθήκες της χώρας.
Το 1993 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Porto Leone» του Βαγγέλη Δημακαράκου στην Αθήνα πιστή αναπαραγωγή του έργου βασισμένη στη γαλλική έκδοση, με μια ενημερωτική εισαγωγή στα ελληνικά των Chtistine Peltre και Ευστ. Φινόπουλου. Επίσης, το έργο αυτό του Louis Dupré κυκλοφόρησε το 1994 σε μεγάλο σχήμα από τις εκδόσεις «Ολκός» εκτός εμπορίου, σε μετάφραση του Μανόλη Βλάχου και με αναπαραγωγή των εικόνων από το πρωτότυπο (1).
Ο Louis Dupré γεννήθηκε το 1789, μέσα στη δίνη της Γαλλικής Επανάστασης. Από νεαρή ηλικία έδωσε δείγματα του σπουδαίου ταλέντου του στη ζωγραφική. Αργότερα είχε τη σπάνια ευκαιρία να αναγνωρισθεί η εικαστική ικανότητά του από ισχυρούς προστάτες των τεχνών της εποχής και να εργασθεί κοντά στον περίφημο Γάλλο ζωγράφο Jacques-Louis David. Κοντά του απέκτησε σπουδαία εμπειρία, αλλά και γνώση ζωής. Ήταν ένας τίτλος μεγάλης τιμής, τον οποίο και διατήρησε με υπερηφάνεια σε ολόκληρη τη σύντομη ζωή του. Το βλέπουμε εξάλλου και στο βιβλίο του, στη σελίδα τίτλου του οποίου κάτω από το όνομά του αναφέρεται ως μαθητής του David.
Ο έντονος φιλελληνισμός που επικρατούσε στις αρχές του 19ου αιώνα στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης είχε επηρεάσει και τον Dupré, ο οποίος προσπαθούσε να βρει τρόπο για να πραγματοποιήσει το προσκύνημά του στην Ελλάδα. Η ευκαιρία αυτή του δόθηκε το 1819. Τρεις νεαροί φιλότεχνοι Άγγλοι, οι Hyett, Hay και Vivian, επιχειρούσαν την περίοδο εκείνη ταξίδι στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη και ήθελαν μαζί τους κάποιον εικαστικό καλλιτέχνη, ο οποίος να αποτυπώνει σε σχέδια το οδοιπορικό τους. Ο Dupré ήλθε σε επαφή μαζί τους και δέχθηκε με ευχαρίστηση όλες τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη συνεργασία αυτή. Έτσι, ξεκινώντας από τη Ρώμη στις 8 Μαρτίου του 1819 οι τέσσερις άνδρες με τη βοηθητική συνοδεία τους έφθασαν στην Κέρκυρα, απ’ όπου ξεκίνησε το ταξίδι τους προς την Ανατολή και το οποίο διήρκησε έξι περίπου μήνες. Η διαδρομή τους μετά την Κέρκυρα συνεχίσθηκε για λίγο στον Βουθρωτό της Βορείου Ηπείρου, όπου συνάντησαν τον Αλή πασά, έφθασαν στα Ιωάννινα, προχώρησαν προς τη Θεσσαλία, με κύριους σταθμούς σε Μετέωρα, Τρίκαλα, Τύρναβο, Τέμπη, Αμπελάκια, Λάρισα και Φάρσαλα, και διά μέσου της Ρούμελης έφθασαν στις 15 Απριλίου στην Αθήνα, όπου έμειναν σχεδόν δύο μήνες. Ο επόμενος σταθμός ήταν η Κωνσταντινούπολη προς την οποία ταξίδεψαν ακτοπλοϊκώς. Εκεί ο Dupré φιλοξενήθηκε τρεις περίπου μήνες και στις 9 Σεπτεμβρίου του 1819 τελείωσε το ταξίδι στην Ανατολή. Εν συνεχεία αναχώρησε για τη Βιέννη, αφού προηγουμένως επισκέφθηκε τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Το περιηγητικό κείμενο του Dupré φθάνει στο τέλος του στις 18 Απριλίου του 1820, όταν επανέκαμψε στη Ρώμη απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Ο καλλιτέχνης πέθανε το 1837 σε ηλικία 48 ετών, σχετικά νέος, έπειτα από μια οδυνηρή αρρώστια. Κηδεύτηκε στο Παρίσι στην εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου.
Το σχετικά σύντομο κείμενο των εντυπώσεων από το ταξίδι του Dupré στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα και την Κωνσταντινούπολη δεν μπορεί να θεωρηθεί λογοτεχνικά άρτιο. Εξάλλου και ο ίδιος δεν επαίρεται για την αξία της διηγήσεώς του, την οποία θεωρεί περισσότερο σαν ένα διευκρινιστικό κείμενο για την καλύτερη κατανόηση των ζωγραφικών του αποτυπώσεων. Παρ’ όλα αυτά, όμως, το κείμενο είναι ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα η περιγραφή ορισμένων ατόμων τα οποία συναντά στο ταξίδι του είναι ζωηρή και ζωντανή. Επίσης, οι ακριβείς ημερολογιακές πληροφορίες του ταξιδιού, τα ονόματα πολλών ατόμων που γνώρισε, και οι περιγραφές της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, αποτελούν πολύτιμα ιστορικά στοιχεία για τους ερευνητές.
Όπως όλοι σχεδόν οι ελληνολάτρες και ονειροπόλοι περιηγητές, απογοητεύεται από την επίσκεψη σε πολλά ιστορικά μέρη, τα οποία θεωρούσε με τη φαντασία του ότι θα τα εύρισκε περίπου όπως ήταν στους κλασικούς χρόνους. Εκείνο, όμως, το οποίο εντυπωσιάζει από το βιβλίο του Dupré, το κάνει ασυναγώνιστο και το αναδεικνύει, είναι οι σαράντα υδατογραφίες και λιθογραφίες του σε μεγάλο σχήμα. Αυτές και μόνον μπορούν να τον καθιερώσουν σαν τον ζωγράφο της Ελλάδος των προεπαναστατικών χρόνων, γιατί είχε κατορθώσει μέσα από τις αποτυπώσεις του να δώσει την πραγματική όψη του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου, στοιχείο ικανό να κεντρίσει τα φιλελληνικά αισθήματα των Δυτικοευρωπαίων. Καθώς ήταν από τα νεανικά του χρόνια λάτρης της ελληνικής αρχαιότητος και καθοδηγούμενος από το προσωπικό του αίσθημα και το εικαστικό χάρισμα που διέθετε, κατόρθωσε να πραγματοποιήσει το ταξίδι που είχε από χρόνια ονειρευτεί και να αποτυπώσει όχι μόνον τους αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και τη σύγχρονη πραγματικότητα των περιοχών που επισκέφθηκε. Η ανωτερότητα των σχεδίων του τόσο στα τοπία όσο και στα πορτραίτα είναι αναμφισβήτητη και ομολογείται απ’ όλους τους ειδικούς. Η ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια των πολύπλοκων και πολύπτυχων ελληνικών ενδυμασιών, η λεπτή ευαισθησία με την οποία απέδωσε τα σκαμμένα πρόσωπα των ταλαιπωρημένων από τις μάχες αγωνιστών ή τη γλυκύτητα των νεανικών μορφών και η αξιόπιστη και λεπτομερής καταγραφή των τοπίων, χαρακτηρίζουν καλλιτέχνη με υψηλές επιδόσεις τεχνικής.
Η μετάφραση του οδοιπορικού του Dupré έγινε από τη Χριστίνα και τον Gino Πολέζε. Το ζευγάρι αυτό με την πολυγλωσσία του έχει μεταφράσει τα περισσότερα οδοιπορικά βιβλία των ξένων περιηγητών, ειδικά τα κείμενα εκείνα τα οποία αφορούν τη Θεσσαλία. Το έργο τους έχει δημοσιευθεί είτε σε ατομικές εκδόσεις της Χρηστίνας Πολέζε, είτε στις σελίδες του «Θεσσαλικού Ημερολογίου» του Κώστα Σπανού.
Σε μια σειρά δημοσιευμάτων μας θα παρακολουθήσουμε τη γραφή του Dupré από την περιήγησή τους στην περιοχή της Λάρισας (Τύρναβος-Τέμπη-Αμπελάκια-Λάρισα-Φάρσαλα). Η ομάδα των περιηγητών αφού επισκέφθηκε τα Μετέωρα και την αρχαία Τρίκκη (Τρίκαλα), κατευθύνθηκε προς τον Τύρναβο. Από το σημείο αυτό αρχίζει και η καταγραφή μας. Γράφει λοιπόν ο Dupré:
Τύρναβος
«Την ίδια ημέρα [1η Απριλίου 1819], ύστερα από δέκα ώρες πορεία και κάτω από υπερβολική ζέστη, φθάσαμε στον Τύρναβο. Ο Βελή πασάς, γιος του Αλή, έδωσε εντολές να καταλύσουμε στο σπίτι του γιατρού του που ήταν Έλληνας και μας είπαν πως σύντομα θα μας δεχόταν ο ίδιος. Πήγαμε για ακρόαση. Η είσοδος του παλατιού φράζονταν από ένα πλήθος ανδρών όλων των τάξεων και όλων των γειτονικών εθνοτήτων. Όμως, μας πέρασαν αμέσως σε ένα δωμάτιο όπου έξι Τούρκοι και τρεις Έλληνες προεστοί, όλοι υπουργοί του πασά, ήταν απασχολημένοι με το να γράφουν πάνω στα γόνατά τους. Είχαν την ευγένεια να μας προσφέρουν πίπες και καφέ και έπειτα ξανάρχισαν τη δουλειά. Λίγες στιγμές αργότερα οδηγηθήκαμε μέσα σε μια αίθουσα υποδοχής, η οποία είχε περίπου πενήντα βήματα μήκος και η οποία ήταν διακοσμημένη με περίεργη μεγαλοπρέπεια. Πάνω σε ένα φαρδύ ντιβάνι ήταν τακτοποιημένα συμμετρικά τριάντα οκτώ μαξιλάρια, κεντημένα με γοητευτικά σχέδια ανατολίτικου ύφους. Οι τοίχοι ήταν εμπλουτισμένοι με καθρέπτες και χρυσώματα. Ο ίδιος τρόπος διακόσμησης συνεχιζόταν και στο πανύψηλο ταβάνι. Χρυσωμένα και ανάγλυφα τρόπαια καταλάμβαναν από πάνω μέχρι κάτω τις τέσσερις γωνίες, ενώ τοπία απλοϊκά ζωγραφισμένα, χωρίς προοπτική, όμοια με τις ταμπέλες των χωριών μας, κυριαρχούσαν κατά μήκος του διαζώματος. Μέσα σε στενά πλαίσια, δεκαεπτά παράθυρα ορθάνοιχτα, άφηναν να φανούν ελεύθερα υπέροχες εξοχές και σε κάθε σταυροδρόμι κρεμόταν ένα πλούσιο κλουβί που έκλεινε ένα καναρίνι, ως εάν πάνω σ’ αυτήν τη γη της υποτέλειας, η εικόνα ενός φυλακισμένου αποτελούσε απαραίτητο εξάρτημα για κάθε πίνακα. Όλο αυτό το σύνολο, αν και βάρβαρο, δεν υπολειπόταν ούτε σε μεγαλείο, ούτε σε εντύπωση. Τα άτομα αυτά, ένα μεγάλο πλήθος, σπρώχνονταν μέσα στο διαμέρισμα και δεν ήταν σε εμφάνιση λιγότερο παράξενα από τα αντικείμενα που το στόλιζαν. Είδαμε όλων των ειδών τις ενδυμασίες, από όλες τις φυσιογνωμίες και ασφαλώς μέσα σ’ αυτούς συναγωνιζόμασταν και εμείς οι ίδιοι στην πρωτοτυπία της εικόνας».
(Συνεχίζεται)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

INTERCOMM FOODS
Μείνε μαζί μας
PROCREDIT BANK
αυτοκινητοδρομος αιγαιου

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1