ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Γεώργιος Α. Πολίτης (1864-1930)

Ο λόγιος διευθυντής του Ταχυδρομείου Λαρίσης (Β’ μέρος)

Δημοσίευση: 11 Απρ 2021 18:34
Η κοιλάδα των Τεμπών. BarondeStackelberg (LaGrèce: Paris 1830). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας. Η κοιλάδα των Τεμπών. BarondeStackelberg (LaGrèce: Paris 1830). © Αρχείο Φωτοθήκης Λάρισας.

Την προηγούμενη Κυριακή είχαμε παρουσιάσει σε γενικές γραμμές τη ζωή του Γεωργίου Α. Πολίτη, ενός άγνωστου νεαρού λογίου από τη Ζάκυνθο, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής του Ταχυδρομείου της Λάρισας από το 1899 έως το 1902.

Η αγάπη του για τη Λάρισα παρά το σύντομο χρονικό διάστημα που διέμεινε σε αυτήν, υπήρξε πέρα ως πέρα αληθινή. Δημιούργησε φιλίες που άντεξαν στο πέρασμα των χρόνων και αφιέρωσε τα επόμενα χρόνια πολλά δημοσιεύματα (ποιήματα και χρονογραφήματα) στην πόλη και στους ανθρώπους της. Σήμερα θα παρουσιάσουμε αποσπάσματα από ένα ταξιδιωτικό οδοιπορικό που έγραψε το καλοκαίρι του 1899, όταν επισκέφθηκε τα Τέμπη συνοδευόμενος από τον Ντίνα Ζιώγα Γενησεβδά [1]. Το χρονικό υπό την επωνυμία «Τα Τέμπη», δημοσιεύθηκε σε τρεις συνέχειες στην εφημερίδα «Όλυμπος» της Λάρισας, την οποία εξέδιδε ο Βασίλειος Ρουσόπουλος [2].
«Να ζή τις εν Θεσσαλία και δή εν Λαρίση και να μη μεταβή εις τα Τέμπη, θα ήτο ουχί έγκλημα, αλλά κακούργημα της εσχάτης κατ’ εμέ προδοσίας και της βαρυτέρας ποινής άξιον. Θα ήμην ο ασεβέστερος πάντων των ανθρώπων αν ποτέ απερχόμενος εκ της καλής ταύτης χώρας και ερωτώμενος αν είδον την θαυμασίαν των Τεμπών κοιλάδα απήντων αρνητικώς. Ευτυχώς προέλαβον προ ημερών τούτο. Επιβάς μετά ετέρου καλού φίλου μικράς ιδιωτικής αμάξης ήν ταχύς και σφριγών [= εύρωστος] έσυρεν ίππος περί την δωδεκάτην περίπου ώραν της νυκτός, την ώραν δηλονότι καθ’ ήν ο πας θνητός ρογχαλίζει ίσως, εξεκίνησα διά τα θεία Τέμπη […]. Την δευτέραν περίπου πρωινήν εσταθμεύσαμεν επί μικρόν εις το περίφημον χάνι του Νταβέλη [3] όπου ο καλός καγαθός Χαραλάμπης [...], μας περιποιήθη αρκούντως προσενεγκών ημάς ποτήριον εκλεκτού οίνου μετά του αναλόγου και απαραιτήτου άλλως τε μεζέ, ημείς δε τω ηυχήθημεν την καλήν αποκατάστασιν, διότι περί αυτής ήδη καταγίνεται και μεριμνά. Την δευτέραν και ημισείαν εγκαταλείψαμεν το χάνι ταχή βαίνοντες προς την θέσιν Μπαμπά [σημ. Τέμπη], όπου κατά συνήθειαν ο επισκέπτης των Τεμπών πρέπει να σταματήση και αναπαυθή επ’ ολίγον […]. Η θέσις Μπαμπά είναι αρκούντως ρωμαντική και η βλάστησις, δύναμαι να είπω άφθονος, χάρις εις τον πλησίον ποταμόν Πηνειόν. Εκεί σώζονται ερείπια αρχαίου οθωμανικού τεμένους και επαύλεως Τούρκου Μπαμπά, από του ονόματος του οποίου καλείται η θέσις αυτή. Εις του Μπαμπά υπάρχει ταχυδρομείον, όπερ διευθύνει ο κάλλιστος γέρων Γούσιος, όστις έχει και ξενώνα διά τους εκείθεν διερχομένους.
Όλοι οι ξένοι όσοι διήλθον και πάντως διήλθον και παρέμειναν εκεί, ευμενώς εξεφράσθησαν διά τον ευγενή και αφιλοκερδή Γούσιον. Περί δε των εντοπίων ουδέν λέγω διότι όλοι καταθέλγονται απο τας περιποιήσεις του καλού γέροντος του γνωρίζοντος να μεταδίδη και εις τους μελαγχολικωτέρους χαρακτήρας την ζωηρότητα την ευθυμίαν και να επεκτείνη αυτήν διά του νέκταρος της Ραψάνης, το οποίον ευώδες τοις ξένοις του ο Γούσιος και άφθονον προσφέρει. Εις του Μπαμπά λοιπόν το χάνι αφίχθημεν περί την τετάρτην πρωϊνήν ώραν ότε επρόβαλεν ημέρα και η ροδοδάκτυλος εσκόρπιζεν βαθμηδόν τα νέφη θαυμασίως και απεριγράπτως εξόχως. Ο Γούσιος εκόμισεν ημίν αμέσως σεβαστήν δόσιν γάλακτος μετά καφφέ, όπερ κατά την ώραν εκείνην ήν απαραίτητον και ήρξατο ευφυολογών και χαριεντιζόμενος, κινών δ’ ημίν την όρεξιν διά των ορεκτικών όντως διηγήσεών του […].
Η 5η πρωινή εσήμανεν ώραν ότε αφήκα το χωρίον του Μπαμπά. Μετ’ ου πολύ παρίσταμαι προ θαυμασίας εικόνος και εκπληκτικής! Η αδύνατος γραφίς μου δεν είναι ικανή να ζωγραφίση την έξοχον εικόνα. Τ’ ομολογώ είμαι ανεπαρκής όπως σας παρουσιάσω έστω και αμυδρώς το έξοχον εκείνο μεγαλείον κατά την είσοδό μου εις τα θεία Τέμπη. Έμεινα άναυδος, δεν είπον λέξιν, δεν εγνώριζον πώς να θαυμάσω το μεγαλείον εκείνον […]. Μετ’ ολίγον αφήκα το προς τα δεξιά μου χάνι της Κοκκώνας – όπερ μου επέδειξε ο καθήκοντα διφρηλάτου [= οδηγός της άμαξας] εκπληρών καλός νέος Κωστής Ζόγας μετά σοβαρότητος και τινός ενδιαφέροντος – τις οίδε [= ποιος γνωρίζει] ποίας έχει προσφιλείς αναμνήσεις διά τον καλόν εκείνον νέον το χάνι εκείνο το αποσπάσαν επί τοσούτον την προσοχήν του, ως ει μη μόνον το χάνι της Κοκκώνας έχει θέλγητρα! – και ατενίζω μετά πραγματικού ενδιαφέροντος της Ωρηάς το κάστρον […]. Η κοιλάς των Τεμπών, της οποίας το μεγαλείον και τα θέλγητρα πάντες ημέτεροι και ξένοι εξύμνησαν και αυτός δε της Θεσσαλίας ο υβριστής, ο πολύς Fallmerayer περιέγραψε τα Τέμπη μετά μοναδικής και απαραμίλλου χάριτος. Ω! Εάν εδυνάμην θα επραγματοποίουν την αποθανατισθείσαν εκείνην φράσιν «μίαν καλύβην και ένα σύντροφον» με αιώνιαν διαμονήν τα Τέμπη […].
Μετά ημισείαν περίπου ώραν ο δίφρος [= άμαξα] εστάθμευσε πλέον οριστικώς προ των δύο χανίων του Κωστή και του Ωρολογά και του ποιητικού νερομύλου του καλού Βαρλάμη – όπου ποτέ [= κάποτε] εγευμάτισε και ο αείμνηστος Τρικούπης – διότι εκεί ορίσθη ο τελευταίος σταθμός ημών […]. Εκεί μετ’ ολίγον έφθασαν και άλλοι εν οίς [= μεταξύ των οποίων] και ο εμπνευσμένος ζωγράφος κ. Ροϊλός [4] όστις μετά θαυμασμού εξεφράζετο διά τα Τέμπη […]. Η τροφή ημών λιτή αν και η όρεξις ήν τα μάλιστα καλά και ο στόμαχος απαιτητικώτερος. Και λίθους αν φάγη τις εκεί δεν θα πάθη εκ δυσπεψίας. Έν ποτήριο εκ του ψυχρού ύδατος του Βαρλάμη διαλύει το πάν και νέαν πάλιν αισθάνεται διάθεσιν δια τροφήν ο οδοιπόρος. Θεσσαλοί! Βελτιώσατε την κατάστασιν υμών πρώτον αλλά μην αμελείτε και τα Τέμπη. Σεις δε ώ Πανέλληνες, οι έχοντες τα μέσα και το humeur voyageur μη επισκέπτεσθε την Ευρώπην, εάν δεν ιδείτε πρώτον τα Τέμπη […]. Εν ενί λόγον η δεκάτη Ιουνίου [1899] ήν μία των ευτυχεστέρων ημερών του βίου μου, μυρίας δε οφείλω εις τον φίλον μου Ν. Ζόγαν Γενησεβδάν χάριτας προθυμοποιηθέντα να πληρώση μίαν των διακαεστέρων επιθυμιών μου».

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. Ο Ντίνας (Κωνσταντίνος) Γενησεβδάς του Γεωργίου (ή Ζιώγας στα βλάχικα) γεννήθηκε στο Λιβάδι το 1873. Τον Ιούλιο του 1906 νυμφεύθηκε (στο Λιβάδι) την Ελευθερία Γ. Ζουζάκη.
[2]. Όλυμπος (Λάρισα), φ. 61 (19 Ιουνίου 1899), φ. 62 (25 Ιουνίου 1899) και φ. 63 (3 Ιουλίου 1899).
[3]. Το 1910 ενοικιάστηκε από τον Ι. Ζαρμπάνη, ο οποίος είχε έρθει από την Αίγυπτο. Βλ. Γεώργιος Ζιαζιάς, Αναζητώντας την χαμένη Λάρισα (τ. Α’). Λάρισα, 1994, σ. 72.
[4]. Ο Γεώργιος Ροϊλός (1867-1928) υπήρξε από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους. Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και φιλοτέχνησε πολλούς πίνακες με το θέμα αυτό.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

INTERCOMM FOODS
epimelitirio pyrkagies
Μείνε μαζί μας
VOLTERRA

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1