ΛΕΝΕ ΣΤΗΝ «Ε» ΜΕ ΠΟΝΟ ΨΥΧΗΣ ΤΡΕΙΣ ΛΑΡΙΣΑΙΟΙ ΠΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1974

«Επιζήσαμε…..ας είμαστε οι τελευταίοι που βιώσαμε τη φρίκη του πολέμου»

Δημοσίευση: 22 Ιουλ 2013 15:14 | Τελευταία ενημέρωση: 23 Σεπ 2015 10:43

  

 Της  Σοφίας  Ορφανιώτη

 

 

Μπορεί να έχουν περάσει 39 ολόκληρα χρόνια, όμως τα τραύματα από τις πληγές

 των γεγονότων του 1974 στην Κύπρο, για κάποιους δεν έχουν ακόμη επουλωθεί.

Η δυστυχία, ο πόνος και ο θάνατος που σκόρπισαν οι Τούρκοι στρατιώτες, όταν εισέβαλαν στην μεγαλόνησο τον αιματηρό Ιούλιο εκείνης της χρονιάς δεν ξεχάστηκαν.

Αντίθετα όλοι όσοι βίωσαν εκείνα τα δραματικά ιστορικά γεγονότα, θυμούνται τις τραγικές μέρες και νύχτες που έζησαν, χάνοντας αγαπημένους φίλους τους, που υπηρετούσαν μαζί  εκείνη την μαρτυρική περίοδο σε στρατόπεδα μάχης της Κύπρου.

Κάποιοι προσπαθούν να μην φέρνουν στο νου τους εκείνες τις στιγμές του πολέμου, κάποιοι άλλοι όμως θέλουν να τις μοιραστούν με συνανθρώπους τους.

Με αφορμή την επέτειο από την εισβολή του Αττίλα, την 20η Ιουλίου 1974, τρεις Λαρισαίοι που εκείνη την περίοδο ολοκλήρωναν το υπόλοιπο της στρατιωτικής τους θητείας εκεί, ξετυλίγουν στην «Ε» το κουβάρι των γεγονότων και θυμούνται με πόνο ψυχής όσα έζησαν……

Ο Αστέριος Κυριακόπουλος σήμερα διανύει το 63ο έτος της ηλικία του και είναι πλέον συνταξιούχος του ΟΣΕ.

Τον Ιούλιο του 1974 ήταν μόλις 24 χρόνων, όταν υπηρετούσε στη Λευκωσία στην ΕΛΔΥΚ- στην Ελληνική Δύναμη Κύπρου.

Στις 16 Ιουλίου θα απολύονταν και θα επέστρεφε στην Ελλάδα, όμως τα γεγονότα τον πρόλαβαν και λόγω του πραξικοπήματος που προηγήθηκε, παρατάθηκε η παραμονή του.

Η εισβολή της 20ης Ιουλίου τον βρίσκει στο θαλάσσιο χώρο ανοιχτά της Πάφου και έτσι δίδεται εντολή να επιστρέψει το πλήρωμα ξανά στη Λευκωσία, στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ., εκεί απ όπου ξεκίνησε.

Συγκινούμαι και πονάω θα πει στην «Ε» κάθε φορά που φέρνω στο μυαλό μου όσα διαδραματίστηκαν τότε. Ήταν ένα διάστημα της ζωής μου που θα μείνει χαραγμένο για πάντα στο μυαλό μου, συμπληρώνει.

Η αφήγηση τέτοιων γεγονότων που σημάδεψαν την ιστορία, αναμφίβολα δεν είναι εύκολη, φέρνει θλίψη και δυστυχία.

Την επόμενη μέρα της εισβολής ο νεαρός τότε φαντάρος Αστέριος, είναι μέσα σε μία φάλαγγα πενήντα φορτηγών λίγο έξω από τη Λευκωσία.

….«Οι βομβαρδισμοί δεν έχουν τελειωμό και για να σωθούμε πέφτουμε από τα φορτηγά και τρέχουμε στα αμπέλια που βρίσκονται στο δρόμο μας. Ο στόχος ήταν να φτάσουμε στο στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, για να πάρουμε τον απαραίτητο οπλισμό και από κει να βγούμε στα γύρω υψώματα πλησίον του στρατοπέδου».

Το διάστημα από τις 20 μέχρι τις 22 Ιουλίου, ήταν τρεις μαρτυρικές μέρες, ο πρώτος γύρος των μαχών ήταν σε πλήρη εξέλιξη….Για να έρθει η 14η Αυγούστου όπου αρχίζει ο δεύτερος γύρος, όπου γίνεται επίθεση με άρματα και σκοτώνονται πολλοί Τούρκοι και ευτυχώς λιγοστοί Έλληνες.

Η επόμενη μέρα συνεχίζοντας την λεπτομερή αφήγηση του ο κ. Κυριακόπουλος είναι τραγική.

«Ξεκινά με βομβαρδισμούς από όλμους, με πολλές απώλειες. Σκοτώνονται οι μισοί Έλληνες, μεταξύ αυτών και ένας στρατιώτης από την Αθήνα που είμαστε διαρκώς όλο αυτό το διάστημα ο ένας πλάι στον άλλο, πτώματα παντού….όπου και αν κοιτάξεις».

Όσοι κατάφεραν να σωθούν αυτή τη φορά διέφυγαν άρον-άρον στη Μαλούντα, ένα χωριουδάκι  κοντά στη Λευκωσία.

Ο στρατιώτης Αστέριος Κυριακόπουλος έμεινε εκεί περίπου τρεις μήνες, για να δοθεί εντολή λίγο αργότερα να επιστρέψει στην Ελλάδα.

 Για κείνον ο εφιάλτης του πολέμου τέλειωνε και τα όνειρα για τη ζωή μόλις ξεκινούσαν……

Το δρόμο για το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Λευκωσία, πήρε στις 13 Ιουλίου του 1974 , άλλος ένας Λαρισαίος στρατιώτης, ο 21χρονος τότε Λάμπρος Πλίτσης, ο οποίος σήμερα διατηρεί πρακτορείο ΠΡΟΠΟ στη Λάρισα.

Πήγαινε και κείνος, όπως τόσοι άλλοι Έλληνες στρατιώτες, στην Κύπρο να υπηρετήσει το υπόλοιπο της θητείας του και να αντικαταστήσει την προηγούμενη σειρά κατάταξης. Όμως δεν φανταζόταν τι επρόκειτο να γίνει…

Το πρωί της 20ης Ιουλίου τους είπαν ότι θα πήγαιναν για αντιαεροπορική άσκηση, ώσπου έπεσαν τα πρώτα πυρά…εκεί κατάλαβαν ότι γίνεται πόλεμος. Όλοι πάγωσαν, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι έχει συμβεί.

«Ένας ανθυπασπιστής μας είπε, παιδιά έχουμε πόλεμο, μη φοβάστε όμως, όλες οι σφαίρες δεν σκοτώνουν…Είδαμε πτώματα σκορπισμένα γύρω μας, σώματα διαμελισμένα, φρίκη παντού. Πατούσαμε πάνω σε νεκρούς, εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε συναίσθημα, ήμασταν ζωντανοί-νεκροί. Κυρίως όμως με όσα βλέπαμε και ζούσαμε, ήμασταν φανατισμένοι και θέλαμε να πάρουμε εκδίκηση. Αναμέναμε μέχρι να γίνει  επίθεση στο χωριό Γκιόνελη, εκείνο το βράδυ έγινε η νύχτα –μέρα. Μας βομβάρδιζαν με όλμους, αεροπλάνα. Μια ακόμη μάχη είχε δοθεί».

Την επόμενη μέρα σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Πλίτση είχε δοθεί εντολή για εκεχειρία. Οι Τούρκοι όμως δεν έδειχναν να συμμορφώνονται και με τα όπλα χιαστή, κατευθύνονται προς το μέρος των Ελλήνων στρατιωτών.

«Ο λοχαγός μας όμως δίνει εντολή όσο πλησίαζαν οι Τούρκοι να ρίξουμε πυρ εναντίον τους, όπως και έγινε, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα μετρούσαμε νεκρούς.  Στις 22 Ιουλίου με ένα τζιπ κατευθυνόμαστε στο όρος Πενταδάχτυλο, λόγω των διαρκών βομβαρδισμών φτάσαμε στον προορισμό βράδυ. Εκεί μείναμε ως τις 14 Αυγούστου. Η παραμονή μας ήταν τραγική, μηδέν φαγητό και ελάχιστο νερό. Τρώγαμε χαρούπια απ΄ τα δέντρα και τρέχαμε όταν αυτό ήταν εφικτό, μέσα στη νύχτα να γεμίσουμε παγούρια με νερό από την κοντινή πηγή».

Η 15η Αυγούστου βρίσκει το λόχο του Λάμπρου Πλίτση να προσπαθεί να κρυφτεί μέσα σε χωράφια με λεμονιές, μία κίνηση που έσωσε τους πάντες, διότι δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί και έτσι γλύτωσαν από τους βομβαρδισμούς.

Τους επόμενους μήνες ο νεαρός φαντάρος βρίσκεται σε ένα στρατόπεδο έξω από τη Λευκωσία και περνά όλο το χειμώνα μέσα σε σχοινάκια με ότι αυτό συνεπάγεται.

Η ΜΙΑ ΚΑΚΟΤΥΧΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ

Τον Σεπτέμβριο του 1975 ο κ. Πλίτσης σε μια άδεια εξόδου, χάνεται στα στενά της Λευκωσίας και πιάνεται αιχμάλωτος στην πράσινη γραμμή. Εκεί αρχίζει το μαρτύριο του, το δεύτερο κατά σειρά, ίσως και το πιο οδυνηρό… Πέρασε 14 ολόκληρους μήνες στη φυλακή της Μορφίτα, με κάθε είδους βασανιστήρια.

«Δεν άντεχα άλλο και πήρα την απόφαση να δραπετεύσω, όσο και αν ήταν αυτό επικίνδυνο. Είχα πει πεθαμένος είμαι έτσι κι αλλιώς… Έτσι το σχέδιο άρχισε σιγά-σιγά να μπαίνει σε εφαρμογή.

Μετά από μήνες μου έφεραν ένα πιάτο φαγητό…κράτησα το πιρούνι και με αυτό άρχιζα να σκαλίζω την ξύλινη πόρτα, το έπαιζα τρελός και έτσι κανείς δεν ερχόταν στο κελί μου. Όταν κατάφερα πια να ξηλώσω την πόρτα, χωρίς να με αντιληφθεί κανείς πήδηξα έναν μαντρότοιχο και βγήκα στο δρόμο.  

Δυστυχώς όμως μετά από ώρα έγινα αντιληπτός και οι Τούρκοι στρατιώτες άρχισαν να με πυροβολούν. Νομίζοντας ότι έχω τραυματιστεί με μετέφεραν στο νοσοκομείο, όταν όμως είδαν ότι δεν ήμουν τραυματισμένος, με πήγαν πάλι στη φυλακή και με έβαλαν σε ένα κελί με διπλή πόρτα. Τότε μου είπαν, άμα μπορείς τώρα φύγε…. Το λέει και τα μάτια του βουρκώνουν.

Για καλή του τύχη το γεγονός της απόδρασης έγινε γνωστό σε Ελλάδα και Τουρκία και έτσι οι Τούρκοι άρχισαν να του συμπεριφέρονται ανθρώπινα.

Το μαρτύριο αυτής της αιχμαλωσίας διήρκησε σχεδόν ένα χρόνο. Στις 26 Οκτωβρίου 1976 ήταν πια ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ… Το μόνο που σκεφτόμουν λέει είναι ότι είμαι ζωντανός, ότι επέζησα.

Η ίδια προσωπική μαρτυρία και για τον κ. Βαγγέλη Διβράμη, τον 61χρονο συνταξιούχο αστυνομικό, που τότε σε ηλικία 22 χρόνων υπηρετούσε στην Εθνοφρουρά. Στο άκουσμα της λέξης Τούρκος ακόμη και σήμερα ριγεί. Είναι ένας λαός βάρβαρος, απολίτιστος που μας έκανε να νιώθουμε μίσος και πόνο θα πει…ενώ εξιστορεί το δικό του δράμα.

Η 20η Ιουλίου εκείνον τον βρίσκει να υπηρετεί ως λοχίας τεθωρακισμένων στην Εθνική Φρουρά στην περιοχή της Κερύνειας.

«Γύρω στις 6 τα ξημερώματα και ενώ κοιμόμουν δίπλα στο άρμα μου, με ξύπνησαν «βίαια» σμήνη τουρκικών αεροσκαφών, που άρχισαν μανιωδώς να ρίχνουν κατά του στρατοπέδου. Όλα τα αντιαεροπορικά του τάγματος και των αρμάτων, προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν τα τουρκικά αεροσκάφη, τα οποία είχαν σκοπό να βομβαρδίσουν το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ στη Λευκωσία. Μία έριχναν στο στρατόπεδο, μια σε μας που βρισκόμασταν λίγο πιο μακριά. Οι βομβαρδισμοί δεν είχαν τελειωμό. Εκεί δεν υπήρχε κανένας αξιωματικός που θα μπορούσε να μας δώσει οδηγίες και να μας πει πως θα έπρεπε να δράσουμε.

Λίγο αργότερα λάβαμε διαταγή, να πάμε με τα άρματα στη θέση Πικρό Νερό, όπου οι Τούρκοι είχαν ξεκινήσει την αποβίβαση έμψυχου και άψυχου υλικού.

Στο σημείο φτάνουν και δύο διμοιρίες Ελλήνων στρατιωτών με επικεφαλής ελλαδίτη αξιωματικό, ο οποίος μας διατάσει να μην ρίξουμε εναντίον των Τούρκων εάν δεν μας πυροβολήσουν πρώτα εκείνοι. Τα τρία άρματα που είμαστε εκεί, σκοπεύει το καθένα  σε ένα τουρκικό σκάφος και αναμένει»…

Η αφήγηση των γεγονότων εκείνης της θλιβερής ιστορικά περιόδου από τον κ. Διβράμη είναι καταιγιστική. Μοιάζει να θέλει να τα πει όλα, να μην του διαφύγει ούτε ένα λεπτό από τις μέρες που έζησε εκεί.

Και συνεχίζει…λίγο μετά βλέπουμε το πρώτο αποβατικό σκάφος να πλησιάζει και να αποβιβάζει τουρκικές δυνάμεις στην ακτή.

«Τότε δύο δικά μας άρματα διατάχθηκαν στο σημείο της απόβασης με σκοπό να  αποτρέψουμε την τουρκική δύναμη. Κοντά σε μια γέφυρα δεχθήκαμε τα πρώτα πυρά, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς το μισό άρμα και ως εκ θαύματος καταφέραμε να απομακρυνθούμε».

Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει οι τρεις Λαρισαίοι που πολέμησαν στην Κύπρο, αναστατώνονται ψυχικά κάθε φορά που μιλούν για εκείνα τα γεγονότα.

Η αγάπη τους για την Κύπρο παραμένει το ίδιο έντονη και ο πόθος τους για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του νησιού διακαής. Η ευχή όλων είναι ΜΙΑ. Να δουν και πάλι το νησί ελεύθερο, χωρίς πράσινες διαχωριστικές γραμμές…..

ΤΟ  ΧΡΟΝΙΚΟ  ΤΗΣ  ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Στις 20 Ιουλίου 1974, σαράντα περίπου χιλιάδες Τούρκοι στρατιώτες, υπό την υποστήριξη της τουρκικής αεροπορίας και του ναυτικού εισέβαλαν παράνομα και κατά παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών στις βόρειες ακτές της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η απόβαση των τουρκικών στρατευμάτων που ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις, με ένα μήνα σχεδόν διαφορά η πρώτη από τη δεύτερη, είχε ως αποτέλεσμα την παράνομη κατοχή του 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Περίπου 200.000 εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, έγιναν πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, περίπου 4.000 νεκροί και 1.619 δηλώθηκαν αγνοούμενοι.

Οι Τούρκοι κατακτούν το 65% της καλλιεργήσιμης έκτασης, το 70% του ορυκτού πλούτου, το 70% της βιομηχανίας, το 80% των τουριστικών εγκαταστάσεων.

Η Τουρκία τότε υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για εισβολή αλλά για «ειρηνική επέμβαση» με σκοπό την επαναφορά του συνταγματικού σκηνικού στην πριν του πραξικοπήματος κατάσταση.

Η Τουρκία υποστήριξε ακόμη ότι (άσχετα με την Συνθήκη Εγγυήσεως) ο Τουρκοκυπριακός λαός ζήτησε την επέμβαση, διότι είχε αναγκαστεί να μεταφερθεί σε καταφύγια και ήταν υπό διωγμό.

Παρόλα αυτά, η Συνθήκη Εγγυήσεως ρητώς αναφέρει πως στην προκειμένη περίπτωση που εγγυήτρια χώρα επέμβει, οφείλει να το κάνει με απόλυτο στόχο την διαφύλαξη της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντίθετα, η Τουρκία εισέβαλε και έκτοτε κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Κυπριακή Δημοκρατία κάλεσε την Τουρκία, να προσφύγουν και οι δυο χώρες στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να γνωματεύσει κατά πόσο νόμιμα εισέβαλε η Τουρκία στην Κύπρο. Η Τουρκία όμως αρνείται.

 

 

 

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

EDA THESS
Μείνε μαζί μας
keuea

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1