Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα

Οικία Γερολυμάτου: Ενα διατηρητέο κτίσμα της Τουρκοκρατίας

Δημοσίευση: 22 Φεβ 2023 10:55
Η οικία Γερολυμάτου, κτίσμα της περιόδου της Τουρκοκρατίας,  στην παλιά συνοικία Σουφλάρια, επί της οδού Σεφέρη, αρ. 39.  Φωτογραφία του 1946. Η οικία Γερολυμάτου, κτίσμα της περιόδου της Τουρκοκρατίας, στην παλιά συνοικία Σουφλάρια, επί της οδού Σεφέρη, αρ. 39. Φωτογραφία του 1946.

Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου (nikapap@hotmail.com)


Με την ευκαιρία της αρνητικής απόφασης του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου για την ανακήρυξη διατηρητέας της κατοικίας Καπετάνου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου στην πόλη μας, κρίθηκε ενδιαφέρον να γράψουμε λίγες λέξεις για ένα κτίσμα της Λάρισας, το οποίο βρίσκεται στα πρόθυρα κατάρρευσης, χωρίς να μπορέσει να το αξιοποιήσει η Δημοτική Αρχή όλα αυτά τα χρόνια από τότε που περιήλθε στην κατοχή της. Πρόκειται για την οικία Γερολυμάτου, για την οποία γράψαμε και παλαιότερα [1].
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν πολύ δύσκολο μια χριστιανική οικογένεια να μπορέσει να κατασκευάσει μια άνετη κατοικία, όσο και σε καλή οικονομική κατάσταση να βρισκόταν [2]. Οι μεταρρυθμίσεις (Tanzimat) του 1839 και κυρίως του 1856, που κλήθηκε να εφαρμόσει η Οθωμανική αυτοκρατορία έπειτα από πίεση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, επέτρεψαν στους χριστιανούς μεταξύ των άλλων να κτίσουν και αυτοί ευπρεπείς ιδιόκτητες κατοικίες. Οι περισσότερες ήταν απλές, ισόγειες, στο κέντρο μιας αυλής με λουλούδια, δέντρα και πηγάδι, οι οποίες περιτριγυρίζονταν από παντού με ψηλό μαντρότοιχο που τους απομόνωνε από τον δρόμο ή από τις γειτονικές ιδιοκτησίες. Υπήρχαν, όμως, και μερικές διώροφες κατοικίες, όπου στο ισόγειο αναπτύσσονταν διάφοροι βοηθητικοί χώροι, ενώ ο όροφος φιλοξενούσε τους χώρους κατοικίας και υποδοχής. Είχαν συνήθως κάτοψη ορθογώνια ή παραλληλόγραμμη. Η τοιχοποιία των σπιτιών ήταν απλή. Χρησιμοποιούσαν πλίνθους και ξυλοδεσιές με την τεχνική του τσατμά. Τα δωμάτια στον όροφο καταλάμβαναν όλη την επιμήκη πλευρά στο πίσω μέρος του κτίσματος, ενώ στην μπροστινή τοποθετούσαν τον οντά, δηλαδή το δωμάτιο υποδοχής και φιλοξενίας, το οποίο διέθετε ευρύχωρους ανοιχτούς και φωτεινούς χώρους. Κύριο χαρακτηριστικό του επάνω ορόφου ήταν τα ημιυπαίθρια χαγιάτια και οι ποικίλες αρχιτεκτονικές προεξοχές (τα σαχνισιά), κατασκευές με ελαφρά υλικά, αρθρωμένες πάνω σε κάθετους όγκους. Λίγα χρόνια πριν από την προσάρτηση της Θεσσαλίας παρατηρήθηκε από μέρους των χριστιανών κατοίκων της Λάρισας μια οικοδομική έξαρση, με κατασκευές περιποιημένες και ευρύχωρες. Σαν παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε το αρχοντικό του Θεόδωρου Μαρκίδη [3] στη συνοικία Παράσχου, το οποίο βρισκόταν στη γωνία των οδών Γρηγορίου Ε’ και Ροΐδου και σπίτια Λαρισαίων αστών της τουρκοκρατίας στον Αρναούτ Μαχαλά (συνοικία Αγ. Αθανασίου), τα οποία κατεδαφίσθηκαν σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες, με πιο πρόσφατο το κτίσμα της οδού Ζαρμάνη 22.
Στο σημερινό μας σημείωμα θα αναφερθούμε σε μία από τις ελάχιστες κατοικίες, αν όχι τη μοναδική, που έχει παραμείνει στη Λάρισα από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Βρίσκεται στον Σουφλάρ Μαχαλά (συνοικία Αγίων Σαράντα Μαρτύρων), επί της οδού Σεφέρη 39, στο ύψος της οδού Άρεως, περιτριγυρισμένη, στριμωγμένη θα έλεγα, από πολυώροφες οικοδομές. Για ορισμένους αποτελεί μια «ανορθογραφία» μέσα στη σύγχρονη αρχιτεκτονική των πανύψηλων κτιρίων, για άλλους ένα απομεινάρι της παλιάς πόλης που ευτυχείς συγκυρίες το διατήρησαν έστω και εύθραυστο. Πρόκειται για μια απλή διώροφη κατοικία, συντηρημένη προ ετών από τον Δήμο Λαρισαίων, στην ιδιοκτησία του οποίου περιήλθε το 1990. Πιστεύεται ότι είναι η παλαιότερη κατοικία της πόλης.
Πότε ακριβώς κτίσθηκε δεν είναι γνωστό, ίσως γιατί δεν έχουν διασωθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας της. Τα αρχιτεκτονικά και δομικά στοιχεία παραπέμπουν την οικοδόμησή της γύρω στα 1870 και πρέπει να έχει ζωή περίπου 150 χρόνων. Ως πρώτος ιδιοκτήτης της φέρεται ο Θεόδωρος Κυρλής. Μετά απ’ αυτόν η κυριότητα πέρασε κληρονομικά στην κόρη του Χρυσή. Μετά τον θάνατο της τελευταίας το κτίσμα περιήλθε στα τρία ξαδέλφια της Αριστέα, Βασιλική και Γεράσιμο Γερολυμάτο. Τελικά ο Γεράσιμος, συμβολαιογράφος το επάγγελμα, μετά τον θάνατο των αδελφών του έγινε ο μοναδικός κληρονόμος. Στο σπίτι αυτό κατοικούσε για χρόνια η οικογένειά του. Τελευταίος ιδιοκτήτης ήταν η Ευφροσύνη Γερολυμάτου-Φατούρου μέχρι το 1990.
Το Υπουργείο Πολιτισμού με απόφασή του κατά την 26η Μαρτίου 1982 χαρακτήρισε το κτίσμα διατηρητέο και μάλιστα με την υπογραφή της υπουργού Πολιτισμού, Μελίνας Μερκούρη. Το σκεπτικό της απόφασης περιείχε τα εξής: «Πρόκειται για ένα διώροφο κτίριο που παρουσιάζει αξιόλογο μορφολογικό ενδιαφέρον, με τη συμμετρική του πρόσοψη, τα δύο σαχνισιά στα άκρα του ορόφου, τα οποία στηρίζονται σε χαρακτηριστικά φουρούσια και είναι ένα από τα τελευταία δείγματα της αρχιτεκτονικής των ελληνικών σπιτιών που διατηρούσαν στη Λάρισα οι ευκατάστατοι έμποροι πριν από την προσάρτηση του 1881» [4]. Το Δημοτικό Συμβούλιο Λάρισας με την απόφαση 5/1990 ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση να περιέλθει το κτίριο στην κυριότητα του Δήμου λόγω της παλαιότητας και της ιδιάζουσας αρχιτεκτονικής. Ως αντάλλαγμα αποφασίσθηκε να δοθεί στην τελευταία ιδιοκτήτρια Ευφροσύνη Γερολυμάτου-Φατούρου οικόπεδο στη συνοικία της Νεάπολης. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να διατηρηθεί το κτίσμα, το οποίο στη συνέχεια συντηρήθηκε επιστημονικά από τη Δημοτική Αρχή, χωρίς, όμως, να δοθεί σε κάποια χρήση, με αποτέλεσμα στη συνέχεια να εγκαταλειφθεί. Σήμερα έχει υποστεί σημαντικές φθορές, οι οποίες επιβάλλουν νέα συντήρηση, ώστε να δοθεί σε χρήση σε κάποιο πολιτιστικό σωματείο ή σε κάτι παρεμφερές.
Η κατασκευή της κατοικίας αυτής έγινε με παραδοσιακά υλικά. Κάποια στιγμή από την παντελή εγκατάλειψη η κατασκευαστική αυτή δομή είχε γίνει ορατή, γιατί είχαν απολεπισθεί σε μερικά σημεία τα εξωτερικά επιχρίσματα και φάνηκε το υλικό κατασκευής των τοίχων. Στο ισόγειο η τοιχοποιία είναι με πλιθιά (λάσπη με άχυρα, σχηματοποιημένα σε τούβλα). Στον όροφο η κατασκευή ήταν πιο ελαφριά από απόψεως πάχους, αλλά ήταν ενισχυμένη και με ξύλινο σκελετό, ο οποίος συμπληρωνόταν από πλιθιά και επίχρισμα.
Αρχιτεκτονικά ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόσοψη προς την οδό Σεφέρη. Προέχουν στον όροφο δύο σαχνισιά, υποστηριζόμενα με τρία ξύλινα φουρούσια το καθένα, συμμετρικά τοποθετημένα σε σχέση με το κεντρικό τμήμα της κατοικίας. Το μεσαίο τμήμα της πρόσοψης στον όροφο βρίσκεται σε εσοχή και εκτός από το κεντρικό παράθυρο, υπάρχουν στις πλάγιες πλευρές και δύο μικρά. Τα ανοίγματα (παράθυρα), όπως πάντα, υπερέχουν αριθμητικά στον όροφο, είναι με ξύλινη κατασκευή και καλύπτονται με συμπαγή πατζούρια, τα οποία είναι τοποθετημένα εξωτερικά στην τοιχοποιία. Η στέγη είναι δίριχτη καλυμμένη με κεραμίδια βυζαντινού τύπου. Στο κέντρο του ισόγειου βρίσκεται η παραδοσιακή ισχυρή ξύλινη πόρτα. Πάνω της αντί για υπέρθυρο ανοίχτηκε φωταγωγός, δηλαδή ένα τετράγωνο παράθυρο προστατευμένο από σιδερένιο κιγκλίδωμα και δεξιά και αριστερά υπάρχει από ένα παράθυρο για τις ανάγκες φυσικού φωτισμού και εξαερισμού των δωματίων της πρόσοψης. Οι βοηθητικοί χώροι της κατοικίας βρίσκονται σε κάποιο βοηθητικό κτίσμα στο πίσω μέρος της αυλής.
Αυτό το σπίτι το τυλίγει σήμερα ένα πέπλο σιωπής και όταν το προσεγγίζεις καθώς είναι ακατοίκητο, αναζητάς κάποια ξεχασμένα ανοίγματα μέσα από τα κλειστά πορτοπαράθυρα, για να απλώσεις λαθραία τη ματιά σου στο εσωτερικό του, να παρατηρήσεις το ξύλινο κλιμακοστάσιο, τα σαθρά πατώματα, τα αποκολλημένα επιχρίσματα, τα σβηστά φώτα και να αναπλάσεις την οικογενειακή ζωή που ξετυλίχθηκε για χρόνια στους χώρους του.
Το αρχοντικό Γερολυμάτου αποτελεί σήμερα ένα θαυμάσιο και μοναδικό δείγμα οικογενειακής κατοικίας απλών ανθρώπων του χριστιανικού πληθυσμού της Λάρισας κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας και όπως φαίνεται οι μαστόροι δούλεψαν για την κατασκευή της με έμπνευση και καλή διάθεση [5].
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί η ευκολία με την οποία η πόλη κατέστρεψε μεταπολεμικά τα κτίσματά της και ουσιαστικά την ίδια την ιστορία της. Η καταστροφή αυτή ξεπερνάει ακόμα και τις συμφορές που της προξένησαν τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες) και οι εχθρικοί βομβαρδισμοί. Τα οικοδομήματα που είχαν παραμείνει μετά τις συμφορές αυτές ήταν ελάχιστα και όσο περνούσε ο καιρός με διάφορα τεχνάσματα κατεδαφίζονταν και ελαττώνονταν. Έτσι, καθώς κανείς περιδιαβαίνει την πόλη μας σήμερα, δεν έχει να θαυμάσει παρά μόνο τις πολυώροφες κατασκευές, κτισμένες η μία δίπλα στην άλλη, στριμωγμένες σε έναν εναγκαλισμό αισθητικά αδιάφορο, χωρίς ομορφιά και αρχιτεκτονική έμπνευση, ώστε να χρειασθεί να κοντοσταθείς να τις περιεργασθείς και να τις θαυμάσεις.
---------------
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Ένα διατηρητέο κτίσμα της Τουρκοκρατίας. Εφ. «Ελευθερία», φύλλο της 7ης Νοεμβρίου 2018.
[2]. Οι μουσουλμάνοι μόλις αντιλαμβάνονταν ότι κάποια χριστιανική οικογένεια ήταν ευκατάστατη, έβρισκαν διάφορους τρόπους να σκυλεύουν τον βίο τους.
[3]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος, Παλιά σπίτια της Λάρισας που χάθηκαν. Το αρχοντικό του Θεόδωρου Μαρκίδη, εφ. «Ελευθερία», ένθετο «Πολιτισμός», φύλλο της 26ης Μαΐου 2006.
[4]. Χατζηευθυμίου Δημήτρης, Πώς σώθηκε ένα κτίσμα του 1881, εφ. Ελευθερία, Λάρισα, φύλλο της 30ής Μαΐου 1994.
[5]. Αντωνούλη Α., Γιοβρή Ε., Ιωαννίδης Γ., Παπαδόπουλος Α., Αξιόλογα κτίσματα Λάρισας, ΤΕΕ/Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας, Λάρισα, (Ιούνιος 1994).