Ανοιχτή γραμμή για τα νερά, το περιβάλλον, τη Γεωργία στη Θεσσαλία

Δημοσίευση: 07 Νοε 2022 11:50 | Τελευταία ενημέρωση: 07 Νοε 2022 18:53

Κανένα κόμμα δεν μπορεί να αγνοεί την ανάγκη για εθνική αγροτική πολιτική

Υποκριτικές και ξεπερασμένες οι «ταμπέλες» «φιλελεύθεροι», «προοδευτικοί», χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις

Κανείς από τους διεκδικητές της εξουσίας δεν μπορεί να αγνοεί την ανάγκη για μια πραγματικά εθνική αγροτική πολιτική με προοπτική στον χρόνο και με γνώμονα το συμφέρον των αγροτών - κτηνοτρόφων (κυρίως των μικρομεσαίων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του πληθυσμού στην ύπαιθρο), προς τους οποίους ΟΛΟΙ ΟΦΕΙΛΟΥΝ μέτρα για την προστασία τους από ισχυρά εμποροβιομηχανικά συμφέροντα και από μηχανισμούς καθορισμού ασύμφορων τιμών στα προϊόντα τους, καθώς και την υποβοήθηση της προσπάθειάς τους για μια καλύτερη θέση στο ανταγωνιστικό εγχώριο και διεθνές περιβάλλον και για τις εξαγωγές που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος.

Οι εκλογές πλησιάζουν, ο κόσμος αναζητά συγκεκριμένες δεσμεύσεις από όλους, τέτοιες που να δίνουν ελπίδα και προοπτική στη ζωή του, ειδικά στην ύπαιθρο. Και φυσικά είναι απόλυτα υποκριτικό, αλλά και ξεπερασμένο να πολιτεύονται (και συχνά να «κρύβονται») πίσω από προσδιορισμούς του τύπου «φιλελεύθεροι», «δημοκρατικοί», «προοδευτικοί» και άλλα παρόμοια, που χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις που προαναφέραμε αποτελούν για τον λαό της Θεσσαλίας ταμπέλες «κενές περιεχομένου»... Αυτό αναφέρει η Ε.Δ.Υ.ΘΕ., σχολιάζοντας την έκρηξη αναλύσεων σχετικά με τις δυσοίωνες προοπτικές για γεωργία και κτηνοτροφία λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Πιο συγκεκριμένα:

 

ΕΡΩΤΗΣΗ «ΕτΔ»:
Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι αναλύσεις σχετικά με τις δυσοίωνες προοπτικές στη γεωργία - κτηνοτροφία για διάφορους λόγους και όχι μόνο λόγω του ενεργειακού κόστους.
Πώς σχολιάζετε τις πολιτικές της Κυβέρνησης και τις προτάσεις της αντιπολίτευσης στην αντιμετώπιση της γενικότερης κρίσης στον διατροφικό τομέα και ειδικότερα στη Θεσσαλία;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ Ε.Δ.Υ.ΘΕ.:
Πράγματι όλο και περισσότεροι αναλυτές της σύνθετης διατροφικής - ενεργειακής - οικονομικής κρίσης, όσοι τουλάχιστον από αυτούς δεν διολισθαίνουν στις συνήθεις μικροκομματικές αντιπαραθέσεις, εντοπίζουν μείζονες ευθύνες στα κόμματα για την κατάσταση που βιώνουμε, είτε αυτά βρίσκονται στην Κυβέρνηση είτε όταν ασκούν αντιπολίτευση.
Ενδεικτικά, παραθέτουμε αποσπάσματα από κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πολιτικές αναλύσεις.
Την πρώτη παρουσίασε πρόσφατα στην Εφ.-Συν. (29-30/10/2022) ο οικονομολόγος και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Παν. Στεφάνου, ισχυριζόμενος πως: «Ποτέ και καμία Κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν δούλεψε με ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ, ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ. Μετά την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΑΝ ΑΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, οι οποίες κατέστρεψαν αυτούς και άλλους κλάδους της οικονομίας».
Και συνεχίζει: «Πτυχές που αφορούν την αγροτική παραγωγή, όπως ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ, περιφερειακή ανάπτυξη, διεθνείς συμβάσεις δεν εξετάστηκαν. (Στο Ευρωκοινοβούλιο) οι περισσότεροι ευρωβουλευτές από όλες τις ομάδες ...απέδειξαν ...ότι η αγροτική πολιτική ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΗ ΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ» (σημ.: όλες οι παραπάνω υπογραμμίσεις δικές μας).
Και ο κ. Π. Στεφάνου αναγνωρίζει πως «...με προγραμματισμό η ελληνική γεωργία μαζί με την κτηνοτροφία μπορεί να απορροφήσει ...πάνω από 500.000 θέσεις ποιοτικής, σταθερής και μόνιμης εργασίας μέσα στην επόμενη δεκαετία. Κανένας άλλος τομέας της οικονομίας δεν μπορεί να το πετύχει αυτό».
Ανάλογες απόψεις έχει εκφράσει παλαιοτέρα στην ίδια εφημερίδα (2-3 Απρίλιου 2022) και ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. κ. Δ. Μπιλάλης, σε κοινό άρθρο του με τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., κ. Στ. Αραχωβίτη.
Οι αρθρογράφοι παρατηρούν ότι: «Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχαμε άμεση εξάρτηση από τις εισαγωγές για τη διατροφή μας σε σημαντικό αριθμό καλλιεργειών», ενώ θεωρούν πως «χρειάζεται …στην ελληνική γεωργία μια εθνική πολιτική στρατηγικών καλλιεργειών ...(που θα) εξασφαλίζουν κοινωνική ομαλότητα και (θα) λειτουργούν ως ρυθμιστές τιμών σε περιπτώσεις κρίσης ...(που θα) μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τις επιπτώσεις από την παγκοσμιοποίηση».
Και αφού αναπτύξουν ολοκληρωμένα την πρότασή τους [σημ.: μακάρι να βλέπαμε την -εθνική- εφαρμογή αυτών των προτάσεων, όπως άλλωστε αμφότεροι οι διεκδικητές της κυβερνητικής εξουσίας είχαν ευκαιρία όλα αυτά τα χρόνια να υλοποιήσουν], καταλήγουν πως: «Η χώρα μας πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να επιτύχει τη διατροφική ασφάλεια. Η στενευμένη πολιτική της ΚΑΠ, των ΜΟΠ και λοιπών ευρωπαϊκών προγραμμάτων ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΜΑΚΡΥΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ» (οι υπογραμμίσεις δικές μας).
Πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διαφωνήσει κανείς με όλα τα παραπάνω.
Αυτή η «υποτίμηση» και η έλλειψη προτεραιότητας στα προβλήματα της γεωργίας - κτηνοτροφίας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις κακές επιλογές των κυβερνήσεων και την έλλειψη σοβαρής, καλά επεξεργασμένης και κοινά αποδεκτής πολιτικής.
Και εάν σε αυτά προσθέσουμε τη σταθερά υψηλή τιμή εφοδίων σε συνδυασμό με την αναμενομένη μείωση των ενισχύσεων στους παράγωγους, τότε καταλήγουμε πως η λύση του προβλήματος δεν μπορεί να «χωρέσει» σε μια αποσπασματική συζήτηση για τις υπερβολικά υψηλές τιμές της ενέργειας, τον φόρο στο πετρέλαιο, την αποτελεσματικότητα ή όχι των σχετικών βοηθημάτων, ούτε βεβαίως στην …ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, ούτε φυσικά αρκούν οι όποιες κυβερνητικές «αλλαγές» που κάποιοι (όταν οι ίδιοι βρίσκονται στην αντιπολίτευση) τις παρουσιάζουν στον λαό και τους αγρότες σαν πανάκεια!
Και λαμβάνοντας υπ’ όψιν πως η γεωργία στη Θεσσαλία αναζητά απεγνωσμένα ΝΕΡΟ σε μια προσπάθεια αύξησης του χαμηλού τζίρου των προϊόντων της, καθώς και το γεγονός πως στηρίζεται σε υπερβολικό βαθμό στα υπόγεια νερά, ας μας επιτραπεί μια ειδικότερη αναφορά στο θέμα αυτό.
Σε παγκόσμιο επίπεδο τα υπόγεια νερά, σύμφωνα με εκτιμήσεις επιστημόνων, χρησιμοποιούνται για αρδεύσεις κατά 42%, για υδρεύσεις κατά 36% και για τη βιομηχανία κατά 24%.
Στη Θεσσαλία ειδικά, για το 70% των αρδευόμενων εκτάσεών της, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά υπόγεια νερά, από τα ήδη επιβαρυμένα υπόγεια οικοσυστήματα.
Αυτό, βεβαίως, σε συνδυασμό με την αυξανομένη ρύπανση αποτελεί μια παθογένεια υψηλού κινδύνου, υπονομεύει τη βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων (υπεραντλήσεις από μόνιμα αποθέματα που οφείλουμε να τα διατηρήσουμε) και ταυτόχρονα η τεράστια εξάρτηση από τα υπόγεια νερά απειλεί με κατάρρευση τον γεωργικό τομέα, λόγω της ανεπάρκειας των υδατικών αποθεμάτων και του σημαντικού ενεργειακού κόστους.
Όπως επανειλημμένα έχουμε καταδείξει το θέμα είναι ευρύτερο και είναι κυρίως πολιτικό.
Οι διαδοχικές κυβερνήσεις συνειδητά αποφεύγουν να εφαρμόσουν κάποια περιοριστική πολιτική στις υπεραντλήσεις, αφενός για να μην «ενοχλήσουν» τους χρήστες αγρότες - κτηνοτρόφους που ταυτόχρονα είναι και ψηφοφόροι, αφετέρου διότι εάν θέσουν ως στόχο να υποκαταστήσουν τις χιλιάδες γεωτρήσεις, εύλογα θα απαιτηθούν δημόσιες δαπάνες για επιφανειακούς ταμιευτήρες και νέα σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα μεταφοράς και διανομής του νερού, κάτι που δεν αποτελεί βασική τους επιλογή.
Και πόσο αισιόδοξοι, άραγε, μπορούμε να είμαστε για μια τέτοια προοπτική (υποκατάστασης των γεωτρήσεων) στο άμεσο μέλλον, όταν για ένα μικρό έργο (φράγμα) ταμίευσης μόλις 2,5 εκατομμυρίων κ.μ. νερού (όπως το φράγμα Ληθαίου στα Τρίκαλα) χρειάζονται περίπου 25 χρόνια για να ολοκληρωθεί και να λειτουργήσει και όταν παρόμοια ή/και μεγαλύτερα έργα αυτής της κατηγορίας σε όλη τη χώρα είναι ημιτελή ή/και έχουν εγκαταλειφθεί (όπως το φράγμα Αγιονερίου Ελασσόνας κ.ά.).
Οι λόγοι αυτοί οδηγούν όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους σε κάποια νομοθετήματα και «αδειοδοτήσεις», να παριστάνουν ότι δήθεν εφαρμόζουν τη σχετική οδηγία της Ε.Ε. και την αμφιλεγόμενη «πράσινη» πολιτική της, να μοιράζουν επιδοτήσεις και κάθε είδους «βοηθήματα», που, όμως, δεν αντιμετωπίζουν την ουσία των προβλημάτων, απλώς τα «μαλακώνουν» και τα καθιστούν πιο «εύπεπτα» για την πολιτική και επικοινωνιακή χειραγώγηση των αγροτών και του λαού γενικότερα.
Όσο δε για την ουσιαστική και σε σταθερή βάση επίλυση του προβλήματος, αν και επισήμως οι κυβερνώντες αποδέχονται τις λύσεις που υποδεικνύουν οι επιστήμονες και τις επικυρώνουν (!) με τα σχέδια που εγκρίνουν, στην πράξη δυστυχώς πολιτεύονται χωρίς προγραμματισμό για τη γεωργία - κτηνοτροφία - μεταποίηση και με αδιαφορία για την πολύπλευρη περιβαλλοντική υποβάθμιση, παραπέμποντας «ελαφρά τη καρδία» τις αναγκαίες παρεμβάσεις στο απροσδιόριστο μέλλον.
Να λοιπόν που ΚΑΙ η σημερινή Κυβέρνηση στο κρίσιμο για τη Θεσσαλία υδατικό πρόβλημα δεν μπορεί να αξιολογηθεί θετικά μόνο επειδή προέβη στην ένταξη ενός νέου ταμιευτήρα (φράγμα Ενιπέα) και ενός νέου αρδευτικού δικτύου (Ταυρωπού) [έργων φυσικά χρήσιμων και αναγκαίων].
Και βεβαίως δεν πιστώνεται στα θετικά το γεγονός ότι επί τρία χρόνια «αναθεωρεί» το σχέδιο διαχείρισης υδάτων, παραπέμποντας και αυτό στην ...επόμενη διακυβέρνηση (!).
Να, επίσης, που κανένα κόμμα δεν έχει το δικαίωμα να πολιτεύεται με γενικές και αόριστες υποσχέσεις για βελτίωση της κατάστασης των υδάτινων οικοσυστημάτων, χωρίς ταυτόχρονα να δεσμεύεται για μια ολιστική υδατική πολιτική, με ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΕΡΓΑ και ΜΕΤΡΑ υδάτων στη Θεσσαλία, ορθολογικά ιεραρχημένα, κοστολογημένα και χρονικά προγραμματισμένα.
[Και επειδή πρόσφατα η γραμματέας της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., κα Ρ. Σβίγκου, υποσχέθηκε από τη Λάρισα ότι το κόμμα της θα απαντήσει στην κρίση με «συνολικό, κοστολογημένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα» (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 2/11/22), ας ελπίσουμε πως οι Θεσσαλοί σύντροφοί της θα της επισήμαναν την ανάγκη, ώστε στο πρόγραμμα αυτό να συμπεριληφθούν και τα απαραίτητα υδατικά έργα της Θεσσαλίας, ώστε να μη μείνουν και αυτά τα ωραία λόγια ως ανάμνηση ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, όπως και κατά το παρελθόν].
Ομοίως κανείς από τους διεκδικητές της εξουσίας δεν μπορεί να αγνοεί την ανάγκη για μια πραγματικά εθνική αγροτική πολιτική (όπως εξαιρετικά αναπτύσσεται στα δυο άρθρα που προαναφέραμε) με προοπτική στον χρόνο και με γνώμονα το συμφέρον των αγροτών - κτηνοτρόφων (κυρίως των μικρομεσαίων που αποτελούν την ραχοκοκαλιά του πληθυσμού στην ύπαιθρο), προς τους οποίους ΟΛΟΙ ΟΦΕΙΛΟΥΝ μέτρα για την προστασία τους από ισχυρά εμποροβιομηχανικά συμφέροντα και από μηχανισμούς καθορισμού ασύμφορων τιμών στα προϊόντα τους, καθώς και την υποβοήθηση της προσπάθειάς τους για μια καλύτερη θέση στο ανταγωνιστικό εγχώριο και διεθνές περιβάλλον και για τις εξαγωγές που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος.
Και όλα αυτά χωρίς να παραλείπουν την οικολογική προστασία και αποκατάσταση των υδάτινων οικοσυστημάτων, στο πλαίσιο μιας συνδυασμένης φιλοπεριβαλλοντικής γεωργικής πολιτικής στην ύπαιθρο, με κοινωνικό, όμως, πρόσημο και όχι με το βλέμμα στραμμένο σε επιχειρηματικά «πράσινα» συμφέροντα, όπως κατά κόρον συμβαίνει (ενδεικτικά: «κατάληψη» τεράστιων παραγωγικών γεωργικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων από επενδυτές φωτοβολταϊκών και όχι μόνο).
Οι εκλογές πλησιάζουν, ο κόσμος αναζητά συγκεκριμένες δεσμεύσεις από όλους, τέτοιες που να δίνουν ελπίδα και προοπτική στη ζωή του, ειδικά στην ύπαιθρο.
Και φυσικά είναι απόλυτα υποκριτικό, αλλά και ξεπερασμένο να πολιτεύονται (και συχνά να «κρύβονται») πίσω από προσδιορισμούς του τύπου «φιλελεύθεροι», «δημοκρατικοί», «προοδευτικοί» και άλλα παρόμοια, που χωρίς τις δεσμεύσεις που προαναφέραμε αποτελούν για τον λαό της Θεσσαλίας ταμπέλες «κενές περιεχομένου»...

 

* Μπαρμπούτης Τάσος, πολιτικός μηχανικός, μέλος Δ.Σ. ΕΘΕΜ, πρ. γραμματέας ΤΕΕ/ΚΔΘ, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ.
* Γκούμας Κώστας, γεωπόνος, πρ. δ/ντής Εγγείων Βελτιώσεων, πρ. πρόεδρος ΓΕΩΤΕΕ/Κεντρικής Ελλάδας, μέλος Ε.Δ.Υ.ΘΕ.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Προηγούμενο Επόμενο »

Συνδρομητική Υπηρεσία

διαβάστε την ελευθερία online

Ηλεκτρονικό Αρχείο Εφημερίδας


Σύνδεση Εγγραφή

Πρωτοσέλιδο εφημερίδας

Δείτε όλα τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας

Ψιθυριστά

Ο καιρός στη Λάρισα

Διαφημίσεις

INTERCOMM FOODS
Μείνε μαζί μας
ΕΝΩΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ
CAREER DAYS LINDOS

Η "Ελευθερία", ήταν από τις πρώτες εφημερίδες που σηματοδότησε την παρουσία της στο Internet, μ' ένα ολοκληρωμένο site.

Facebook Twitter Youtube

 

Θεσσαλικές Επιλογές

 sel ejofyllo karfitsa 1